Καλώς ήλθατε

Συνδεθείτε ή εγγραφείτε ως Μέλη, προκειμένου να σχολιάσετε αναρτημένα άρθρα, slides κλπ ή/και να διατυπώσετε τις δικές σας απόψεις για οποιοδήποτε θέμα τεχνικού ενδιαφέροντος.

Δευτέρα, 20 Νοεμβρίου 2017

Ενδιαφέροντα στοιχεία για την ανακάλυψη και χρήση των μετάλλων από τους παλαιούς πολιτισμούς.

Χηµικά στοιχεία γνωστά από τους αρχαίους χρόνουςΑπό την εµφάνιση του Homo habilis µέχρι και το 4000 π.Χ. περίπου, ένα διάστηµα δύο εκατοµµυρίων ετών, ο άνθρωπος κατασκεύαζε τα εργαλεία και τα όπλα του από πέτρα, ξύλο ή οστά. Η πέτρα ήταν το πιο ανθεκτικό από αυτά τα υλικά, εποµένως τα λίθινα αντικείµενα είχαν τις περισσότερες πιθανότητες να διατηρηθούν µέχρι και σήµερα, ως τεκµήρια των αρχαίων ανθρώπινων δραστηριοτήτων. Αυτή η µακρά περίοδος είναι γνωστή ως Λίθινη Εποχή, ένας όρος που χρησιµοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Ρωµαίο ποιητή Τίτο Λουκρήτιο Κάρο (95-55 π.Χ.) και επαναφέρθηκε από έναν ∆ανό αρχαιολόγο, τον Christian Jurgensen Thomsen (1788-1865), το 1834. Η Λίθινη Εποχή, µε βάση τις εξελισσόµενες τεχνικές επεξεργασίας της πέτρας, χωρίζεται στην Παλαιολιθική, την Μεσολιθική και την Νεολιθική εποχή. Μερικές φορές, όµως, οι άνθρωποι της Λίθινης Εποχής έβρισκαν ορισµένες πέτρες που ήταν στιλπνές και βαρύτερες από τις συνήθεις πέτρες του ίδιου µεγέθους. Εξάλλου, όταν τις χτυπούσαν µε ένα λίθινο σφυρί, δεν έσπαζαν όπως οι συνηθισµένες πέτρες, αλλά παραµορφώνονταν. Εχουν βρεθεί ψήγµατα µετάλλων που είχαν υποστεί επεξεργασία από τον άνθρωπο γύρω στο 5000 π.Χ. ή και παλαιότερα. Λόγω της στιλπνότητάς τους και επειδή ο άνθρωπος, χτυπώντας τα µε τον κατάλληλο τρόπο, µπορούσε να τους δώσει ενδιαφέροντα σχήµατα, αρχικά χρησιµοποιήθηκαν σχεδόν αποκλειστικά ως κοσµήµατα. Οι πέτρες αυτές περιείχαν µέταλλα. Υπάρχουν δεκάδες διαφορετικά µέταλλα, τα περισσότερα όµως απαντούν µε τη µορφή ποικίλων ενώσεών τους στα διάφορα ορυκτά. Μόνο τα µέταλλα που είναι αδρανή και δεν οξειδώνονται εύκολα είναι πιθανόν να βρεθούν σε ελεύθερη κατάσταση, όπως λέγεται «αυτοφυή». Τα µέταλλα που έχουν στατιστικά µεγάλη πιθανότητα να υπάρχουν ως αυτοφυή είναι ο χαλκός, ο άργυρος και ο χρυσός. Η σπανιότητά τους είναι εµφανής και από το γεγονός ότι η ίδια η λέξη µέταλλο, που είναι ελληνική, προέρχεται από το ρήµα «µεταλλώ», που σηµαίνει «ερευνώ, αναζητώ».Χρυσός, Au Το πιο περιζήτητο από τα µέταλλα ήταν ο χρυσός, γιατί έχει το πιο όµορφο χρώµα (ένα λαµπερό κίτρινο) και ήταν το βαρύτερο και πιο αδρανές. Ο χρυσός έχει το πλεονέκτηµα να µην αλλοιώνεται µε την πάροδο του χρόνου. Το διεθνές όνοµα του χρυσού είναι gold και είναι Αγγλοσαξωνικής προέλευσης µε βάση τη ρίζα ghel που σηµαίνει κίτρινο αστραφτερό.Ένα από τα χρυσά κύπελλα που βρέθηκαν σε θολωτό τάφο στο Βαφειό της Λακωνίας και χρονολογείται στα µέσα του 15ου π.Χ. αιώνα. Εκτίθεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο των Αθηνών.Αντίστοιχη είναι η λέξη που χρησιµοποιείται και σε άλλες γλώσσες. Το σύµβολο του στοιχείου είναι Au και προέρχεται από το Λατινικό aurum που σηµαίνει κατά λέξη «αστραφτερή αυγή» και ανταποκρίνεται πλήρως στην εµφάνιση του µετάλλου.1/7 Άργυρος, Ag Ο άργυρος, που έχει αστραφτερό λευκό χρώµα, σκουραίνει µε την πάροδο του χρόνου. Το όνοµα του στοιχείου είναι silver και πιθανότατα προκύπτει από το Αγγλοσαξωνικό seolfor για το οποίο υπάρχουν αρκετές απόψεις όσον αφορά την καταγωγή του.Σύνολο ασηµένιων σκευών της Ελληνιστικής περιόδου από την περιοχή της ΠοµπηίαςΠάντως η σηµασία του ήταν «εξευγενίζω µε τήξη» και αναφέρεται οπωσδήποτε στη διαδικασία της µεταλλουργίας του κατά την οποία αποµακρύνονται µε τη διαδικασία της κυπέλλωσης.Το σύµβολο του στοιχείου είναι Ag και προκύπτει από το Λατινικό argentum το οποίο, όπως και το Ελληνικό ανάλογο «άργυρος» σηµαίνει λευκός και αστραφτερός (αυτή άλλωστε ήταν και η αρχική σηµασία του «αργός» στα πρώιµα Ελληνικά).Χαλκός, Cu Ο χαλκός έχει χαρακτηριστικό κοκκινωπό χρώµα. Το σύµβολο του στοιχείου είναι Cu και προκύπτει από το όνοµα της νήσου Κύπρου, που ήταν µια από τις µεγαλύτερες πηγές χαλκού της αρχαιότητας. Για τους Έλληνες το σχετικό ορυκτό ή και το προϊόν πριν το τελικό στάδιο της µεταλλουργίας περιγραφόταν ως Κύπριον, δηλωτικό της καταγωγής του. Η λέξη µεταφέρθηκε στα Λατινικά ως Cuprum και στη συνέχεια στην Ευρώπη κατά τους µέσους χρόνους ως kupar, copor και τελικά copper που αποτελεί και τη σύγχρονη γενική ονοµασία του στοιχείου. Πλήρης ανασύσταση του τσεκουριού του αποκαλούµενου «ανθρώπου του Ötzi» που αποτελείται από εξαιρετικά καθαρό χαλκόΌταν οι άνθρωποι ανακάλυψαν ότι µπορούν να εξαγάγουν τα µέταλλα από ορισµένα πετρώµατα που ονοµάζονται µεταλλεύµατα, οι ποσότητες έγιναν αρκετές ώστε να µπορούν πλέον να τα χρησιµοποιούν όχι µόνο για κοσµήµατα αλλά και για άλλους σκοπούς.Πιθανότατα το πρώτο µετάλλευµα που κατεργάστηκε ο άνθρωπος µεταλλουργικά ήταν του χαλκού. Σε ορισµένα µεταλλεύµατα, ο χαλκός απαντά ενωµένος µε οξυγόνο ή άνθρακα ή και τα δύο. Η ανακάλυψη ότι ο χαλκός µπορεί να εξαχθεί σε καθαρή µορφή από αυτά τα µεταλλεύµατα έγινε γύρω στο 4000 π.Χ. Αναµφίβολα, η ανακάλυψη ήταν τυχαία. Μπορεί κάποιοι να άναψαν µια πολύ δυνατή φωτιά πάνω σε µετάλλευµα χαλκού. Τότε, λόγω της θερµότητας, ο άνθρακας που υπάρχει στο ξύλο και στο µετάλλευµα θα είχε ενωθεί µε το οξυγόνο του µεταλλεύµατος, σχηµατίζοντας διοξείδιο του άνθρακα, ένα αέριο που θα είχε διαφύγει, αφήνοντας πίσω του µεταλλικό χαλκό. Κάποιος µπορεί να πρόσεξε τα κοκκινωπά σφαιρίδια µέσα στη στάχτη της φωτιάς. 2/7 Όταν τελικά θα κατανοήθηκαν οι περιστάσεις που οδήγησαν στο σχηµατισµό τους, ο άνθρωπος θα άρχισε να αναζητά µεταλλεύµατα χαλκού και να τα θερµαίνει σκόπιµα. Με τον τρόπο αυτό η φωτιά οδήγησε στην ανάπτυξη της µεταλλουργίας, δηλαδή της εξαγωγής µετάλλων από τα µεταλλεύµατά τους. Μετά από αυτή την ανακάλυψη, έγινε πιο εύκολη η κατασκευή χάλκινων κοσµηµάτων. Αλλά, ο χαλκός δεν µπορούσε να χρησιµοποιηθεί για την κατασκευή εργαλείων. Ο λόγος ήταν καθαρά πρακτικός. Η κόψη ενός εργαλείου αµβλύνεται µε την χρήση, και αν το εργαλείο είναι πέτρινο, η αποκατάσταση της αρχικής του οξύτητας απαιτεί επίπονη εργασία. Αν το εργαλείο είναι χάλκινο, η αποκατάσταση γίνεται πολύ πιο εύκολα, µε µερικά χτυπήµατα, αλλά, στην προκειµένη περίπτωση υπάρχει το µειονέκτηµα ότι το εργαλείο αµβλύνεται πολύ εύκολα. Συνεπώς, ο χαλκός δεν προσφέρεται για την κατασκευή κοπτικών εργαλείων, γιατί η κόψη τους θα έπρεπε να αποκαθίσταται µετά από κάθε χρήση, όσο ασήµαντη κι αν ήταν αυτή η χρήση.Κασσίτερος, Sn Τα µεταλλεύµατα χαλκού δεν είναι πάντοτε αµιγή. Μπορεί να περιέχουν και άλλες ουσίες, οι οποίες, όταν θερµανθούν, ενώνονται µε τον χαλκό σχηµατίζοντας ένα κράµα. Ένα τέτοιο µίγµα µετάλλων είναι αυτό που αποτελείται από χαλκό και αρσενικό. το αρσενικό όµως είναι δηλητήριο και οι άνθρωποι που το επεξεργάζονταν πιθανότατα θα αρρώσταιναν. Έτσι, αυτά τα µικτά µεταλλεύµατα εγκαταλείφθηκαν. (Αυτή ήταν ίσως η πρώτη γνωστή περίπτωση στην οποία η ασφάλεια των εργαζοµένων έπαιξε κάποιον ρόλο στην εξέλιξη στης τεχνολογίας). Ευτυχώς, ανακαλύφθηκε ένα άλλο µίγµα το οποίο έδινε µε την τήξη του µια σκληρή µορφή χαλκού. Ήταν το µετάλλευµα κασσιτέρου και η νέα σκληρή µορφή ήταν στην πραγµατικότητα ένα κράµα χαλκού-κασσιτέρου. Το κράµα ονοµάσθηκε µπρούντζος, πιθανώς από µια περσική λέξη που σήµαινε «χαλκός».Μπρούτζινη πανοπλία όπως βρέθηκε σε ανασκαφή στα ∆ενδρά της Αργολίδας και εκτίθεται στο µουσείου του Άργους. Χρονολογείται στον 14ο αιώνα π.Χ.Ο µπρούντζος ήταν αρκετά σκληρός ώστε να µπορεί να ανταγωνισθεί την πέτρα. Η κόψη του διατηρούνταν περισσότερο και, φυσικά, όταν αµβλυνόταν µπορούσε να αποκατασταθεί µε τα κατάλληλα χτυπήµατα- αν και αυτό δεν χρειαζόταν να γίνεται συχνά. Ο µπρούντζος άρχισε να χρησιµοποιείται ολοένα και περισσότερο για εργαλεία, όπλα και πανοπλίες.Το 3000 π.Χ., η Μέση Ανατολή είχε εισέλθει ήδη στην Εποχή του Ορειχάλκου, η οποία εξαπλώθηκε σιγά-σιγά προς όλες τις κατευθύνσεις, καθώς διαδόθηκαν οι µέθοδοι για την τήξη του χαλκού και την παρασκευή ορειχάλκου. Το µεγάλο πολιτιστικό προϊόν της Εποχής του µπρούτζου ήταν η Ιλιάδα του Οµήρου, η ιστορία του Τρωικού Πολέµου (1200 περίπου π.Χ.), στον οποίο τόσο οι Έλληνες όσο και οι Τρώες φορούσαν ορειχάλκινους θώρακες, κρατούσαν ορειχάλκινες ασπίδες και πολεµούσαν µε ορειχάλκινα ξίφη και µε λόγχες µε ορειχάλκινες αιχµές. 3/7 Το σύµβολο του στοιχείου είναι Sn και αποτελεί συντοµογραφία του stannum κι αυτό µε τη σειρά του συνδέεται µε το αρχαιότερο Ινδοευρωπαϊκό stagnum που είναι εµφανέστατο στους Έλληνες ότι αναφέρεται σε κάτι που στάζει. Φυσικά η αναφορά γίνεται στο χαµηλό σηµείο τήξης του καθαρού µετάλλου το οποίο φαίνεται να συµπεριφέρεται ως υγρό και να στάζει κατά τη διαδικασία καθαρισµού του ή της ανάµιξής του µε άλλα µέταλλα για το σχηµατισµό κράµατος. Η Ελληνική ονοµασία κασσίτερος σχετίζεται µε τη ρίζα κασσ- που πιθανόν να σηµαίνει τόπο προέλευσης. Η σύγχρονη αναφορά στο στοιχείο γίνεται ως Tin και µπορεί να ακολουθήσει µια πορεία µικροµετατροπών σε τοπικό επίπεδο από το αρχικό stannum µέσω του Ισπανικού estano στο Αγγλοσαξωνικό estean και τέλος στην τοπική διάλεκτο της Κορνουάλης που ήταν µεγάλος παραγωγός του µετάλλου τους πρώτους µ.Χ. αιώνες σε stean.Σίδηρος, Fe∆είγµα ορυκτού αµέθυστου που οφείλει το χρώµα του σε µικρή πρόσµιξη σιδήρουΜουσειακό έκθεµα της πιο γνωστής εφαρµογής του σιδήρου κατά την «Εποχή του Σιδήρου». Ξίφη από ταφή πολεµιστή της Κλασικής ΠεριόδουΟ σίδηρος είναι το 2ο σε αφθονία µέταλλο στον φλοιό της Γης (µόνο το αργίλιο υπάρχει σε µεγαλύτερες ποσότητες), αλλά εµφανίζεται πάντα ενωµένο µε άλλα στοιχεία. Σε ελεύθερη µεταλλική µορφή υπάρχει µόνο σε µερικούς µετεωρίτες οι οποίοι τυπικά δεν αποτελούν µέρος της Γης. Κατά τα πρώτα στάδια του πολιτισµού, οι αρχαίοι έβρισκαν κατά καιρούς τέτοιους µετεωρίτες και τους χρησιµοποιούσαν. Ο σίδηρος, σε σύγκριση µε τον χρυσό, τον άργυρο και τον χαλκό, είναι ένα µέταλλο µε απωθητική εµφάνιση, αλλά οι αρχαίοι διαπίστωσαν γρήγορα ότι ο σίδηρος των µετεωριτών είναι πιο σκληρός και ανθεκτικός ακόµη και από τον ορείχαλκο. Επειδή διατηρούσε την κόψη του πολύ καλύτερα από τον ορείχαλκο, ο σίδηρος είχε µεγάλη ζήτηση για την κατασκευή των κοπτικών τµηµάτων των εργαλείων. Το αποτέλεσµα είναι ότι στις περιοχές όπου άνθησαν παλαιοί πολιτισµοί δεν βρίσκουµε καθόλου σιδηρούχους µετεωρίτες, πράγµα που σηµαίνει ότι είχαν χρησιµοποιηθεί. Οι αρχαίοι δεν µπορούσαν να εξαγάγουν σίδηρο από µεταλλεύµατα. Χάρη στην φωτιά από ξύλο είχαν κατορθώσει να παραγάγουν µε σχετική ευκολία χρυσό, άργυρο, χαλκό, µόλυβδο, κασσίτερο και, αργότερα, ακόµη και υδράργυρο, όχι όµως και σίδηρο. 4/7 Ο δεσµός του σιδήρου µε τις άλλες ύλες του µεταλλεύµατος είναι πολύ πιο ισχυρός και χρειάζονται υψηλότερες θερµοκρασίες για την απελευθέρωσή του. Τελικά οι άνθρωποι παρασκεύασαν ξυλάνθρακα (κάρβουνο) καίγοντας ξύλα µε ανεπαρκή παροχή αέρα, µε αποτέλεσµα να αποµακρύνονται οι άλλες ουσίες και να παραµένει σχεδόν καθαρός ο άνθρακας. Ο ξυλάνθρακας καίγεται µε ελάχιστη φλόγα, αλλά παράγει υψηλότερες θερµοκρασίες από το ξύλο. Γύρω στο 1500 π.Χ., οι Χετταίοι της Μικράς Ασίας ανακάλυψαν ότι µπορούσαν να εξάγουν σίδηρο από ορισµένα µεταλλεύµατα, θερµαίνοντάς τα µε ξυλάνθρακα. Στην αρχή όµως ο σίδηρος τους απογοήτευσε. Στην καθαρή του µορφή είναι ανθεκτικός, αλλά όχι τόσο σκληρός όσο ο καλύτερος ορείχαλκος. (Ο σίδηρος των µετεωριτών δεν είναι καθαρός. Στην πραγµατικότητα, πρόκειται για ένα κράµα σιδήρου και νικελίου σε αναλογία 9 προς 1, κάτι που οι αρχαίοι δεν µπορούσαν να παρασκευάσουν, αφού αγνοούσαν το νικέλιο). Το 1200 π.Χ., αναµφίβολα µετά από πολλές προσπάθειες και αποτυχίες, ανακαλύφθηκε ότι ο σίδηρος, αν τακεί µε τον κατάλληλο τρόπο, µπορεί να προσλάβει πιο σκληρή µορφή. Αυτό συνέβη όταν ένα µέρος του άνθρακα που περιέχει το κάρβουνο αναµίχθηκε µε τον σίδηρο και σχηµατίστηκε το κράµα σιδήρου-άνθρακα που ονοµάζουµε χάλυβα ή ατσάλι. Το 1000 π.Χ., αυτές οι ανθρακούχες µορφές σιδήρου µπορούσαν να παραχθούν σε ποσότητες, µε αποτέλεσµα να αρχίσει η Εποχή του Σιδήρου, η περίοδος κατά την οποία ο σίδηρος ήταν το κύριο µέταλλο από το οποίο κατασκευάζονταν όπλα και εργαλεία. Ο αρχαιότερος κατεργασεµένος σίδηρος που βρέθηκε χρονολογείται περίπου στα 3.500 π.Χ. και όπως αποδείχθηκε από τη σύνθεση του κράµατός του, περιείχε µεγάλο ποσοστό νικελίου και κατά συνέπεια η πηγή του αποδίδεται µε βεβαιότητα σε µετεωρίτη. Τέτοια πηγή προέλευσης είχαν τα πρώτα σιδερένια τεχνουργήµατα των Αιγυπτίων και Σουµερίων. Εξ αιτίας του γεγονότος αυτού, το υλικό τους (κυρίως ο σίδηρος δηλαδή) χαρακτηρίστηκε ως θεϊκό. Η έκφραση αυτή στα Ετρουστικά είναι eisar και αποτελεί την πιο βάσιµη πηγή ονοµασίας του µετάλλου καθώς εύκολα µπορεί να παρακολουθήσει κανείς τις µετατροπές του σε isern, ysern, yren στις διάφορες γλώσσες της κεντρικής Ευρώπης. Από την κατεύθυνση αυτή προέρχεται τη σύγχρονη διεθνής ονοµασία Iron ενώ το σύµβολο προέκυψε από τη Λατινική ονοµασία του µετάλλου, ferrum.Μόλυβδος, Pb Μέταλλο γνωστό από πολύ παλιά. Η αρχαιότερη ως τώρα παρουσία του καταγράφεται στο Catal Huyuk σε στρώµα που χρονολογήθηκε στο 6.500 π.Χ. Στις ανασκαφές της πόλης Ashur βρέθηκε ένα γιγαντιαίο κοµµάτι βάρους 400 κιλών πιθανότατα µέρος αποθήκης µε στόχο τη µεταφορά του είτε συνολικά είτε εν µέρει προς κάποιο µεταλλοτεχνίτη.Ο γαληνίτης (PbS) είναι ορυκτό και το κυριότερο µετάλλευµα του µολύβδουΤο Ελληνικό όνοµα είναι πιθανότατα δάνειο από προ-Ελληνική γλώσσα και πολλοί θεωρούν ότι αντιστοιχεί στο µεταγενέστερο «πελιός» που σηµαίνει κυανό-µαύρο.5/7 Πάντως είτε µέσω των Ελληνικών είτε µέσω προγενέστερης κοινής γλώσσας ο Λατινικός όρος έγινε γνωστός ως plumbum και έδωσε στο στοιχείο το σύµβολό του. Άγνωστης ετυµολογίας είναι η Αγγλική λέξη που χαρακτηρίζει το στοιχείο και η οποία είναι η σύγχρονη επιστηµονική του ονοµασία (lead).Υδράργυρος, Hg Όλοι οι αρχαίοι πολιτισµοί φαίνεται να γνώριζαν το µέταλλο µε τη χαρακτηριστική ιδιότητα να είναι υγρό (ευκίνητο). Σε καθαρή µεταλλική µορφή βρίσκεται τουλάχιστον από το 1.500 π.Χ. Το κυριότερο ορυκτό είναι το θειούχο που έχει το όνοµα κιννάβαρι και από το οποίο προκύπτει πολύ εύκολα.Τεµάχιο από ορυκτό κιννάβαρι (HgS)Η κύρια χρήση του ήταν στη µεταλλουργία άλλων µετάλλων µε τη µέθοδο του σχηµατισµού αµαλγάµατος (Ελληνική λέξη που προέρχεται από την ιδιότητα των κραµάτων του να µαλάσσονται δηλαδή να πλάθονται εύκολα, η αντίστοιχη διεθνής ορολογία είναι amalgam). Σε µεταγενέστερους χρόνους έγινε χρήση της ιδιότητάς του αυτής µε στόχο την κατασκευή επιχρυσωµένων και επαργυρωµένων επιφανειών.Στη διαδικασία αυτή ένα στρώµα αµαλγάµατος επικάλυπτε την επιφάνεια και στη συνέχεια το σύστηµα θερµαινόταν έτσι ώστε να αποµακρυνθεί ο υδράργυρος. Με επανάληψη της διαδικασίας για αρκετές φορές µπορούσε να αποτεθεί τελικά ένα λεπτό στρώµα του επιθυµητού µετάλλου. Το όνοµα του στοιχείου είναι χαρακτηριστικό της ιδιότητάς του, δηλαδή υγρός άργυρος. Κατά πολλούς ήταν ο φορέας της απόλυτης ιδεατής ιδιότητας του µετάλλου και για το λόγο αυτό αποτέλεσε ένα από τα στοιχεία που µελετήθηκαν εξονυχιστικά από τους αλχηµιστές. Το Ελληνικό όνοµα µεταφράστηκε απολύτως στα Λατινικά ως Hydrargyrum και έδωσε το σύµβολο του στοιχείου ως Hg. Άλλες ονοµασίες σε διάφορες γλώσσες δίνουν την ίδια σηµασία καθώς και το «ζωντανός άργυρος» ενώ η επίσηµη σύγχρονη ονοµασία του στοιχείου προέρχεται µεν από την Αγγλική γλώσσα και είναι Mercury, αντιστοιχεί όµως στην ιδιότητά του να είναι υγρό και άρα ευκίνητο στοιχείο όπως και ο θεός Mercury των Λατίνων, αντίστοιχος του Ελληνικού Ερµή που ήταν ο θεϊκός αγγελιοφόρος.Θείο, S Ένα από τα δύο µη µεταλλικά στοιχεία που ήταν γνωστά στους αρχαίους. Στα Ελληνικά είναι γνωστό ως θείο και σχετίζεται µε την παρουσία του στα ηφαίστεια που θεωρούνταν κατεξοχήν µέρη διαµονής του θεού Ηφαίστου ή, σύµφωνα µε άλλους, σχετίζεται και πάλι µε τη φωτιά αλλά αυτή που εξαπέλυε µε τους κεραυνούς του ο πατέρας θεών και ανθρώπων Ζεύς. Το σύµβολο και το όνοµα του στοιχείου, sulfur έχουν Λατινική προέλευση (sulpur) αν και δεν είναι ξεκάθαρη η πηγή της. Επειδή υπάρχουν όµως αρκετές σχετικές ρίζες σε διάφορες Ινδοευρωπαϊκές γλώσσες, όπως π.χ. swefel, swebal, swel, φαίνεται ότι έχουν κοινή καταγωγή από την πρωτο-ινδοευρωπαϊκή γλώσσα και έχουν όλες το νόηµα του υλικού που καίγεται. 6/7 Η καύση του άλλωστε ήταν πολύ γνωστή από παλιά όσον αφορά τον απολυµαντικό της χαρακτήρα (µέσω των τοξικών οξειδίων του θείου που παράγονται) και αναφέρεται ήδη στους αρχαϊκούς χρόνους από τον Όµηρο ως µέσο εξαγνισµού. Στη σύγχρονη εποχή τα οξείδια του θείου αποτελούν ένα από τους περιβαλλοντικά επιζήµιους παράγοντες καθώς µε την ενσωµάτωσή τους σε νέφη µετατρέπονται Απόθεση καθαρού θείου σε πλαγιά ηφαιστείου σε αντίστοιχα οξέα του θείου και η επακόλουθη βροχή µεταφέρει στην περιοχή όπου πέφτει ένα αραιό διάλυµα αρκετά ισχυρών οξέων (όξινη βροχή) που καταστρέφουν τόσο το έδαφος όσο και την υπάρχουσα βλάστηση καθώς και την επιφάνεια αρκετών ανθρώπινων κατασκευών.Άνθρακας, C Οι δύο κυριότερες µορφές στις οποίες απαντά το στοιχείο είναι γνωστές από παλιά. Αναφορά σε διαµάντια φαίνεται να γίνεται για πρώτη φορά περίπου το 2.500 π.Χ. στην Κίνα ενώ οι Ρωµαίοι είχαν γνώση της παραγωγής ξυλάνθρακα από ξύλα. Το 1772 ο Lavoisier έδειξε ότι το διαµάντι είναι µορφή άνθρακα καίγοντας δύο δείγµατα από τα δύο υλικά και καταγράφοντας ότι κανένα δε σχηµάτισε υδρατµούς ενώ το ποσό του διοξειδίου του άνθρακα που έδωσαν ήταν ίδιο ανά γραµµάριο καιόµενης ουσίας.∆ύο µορφές του άνθρακα, αδάµας και γραφίτηςΤο 1779 ο Scheele έδειξε ότι και ο γραφίτης που ως τότε θεωρούνταν µια µορφή του µολύβδου, ήταν επίσης άνθρακας. Το 1786 τέλος, οι Berthollet, Monge και Vandermonde έκαναν ένα πείραµα αντίστοιχο µε του Lavoisier µε το γραφίτη και επιβεβαίωσαν την παρατήρηση του Scheele. Το όνοµα που έδωσαν στο στοιχείο αυτό ήταν carbone ή στην επίσηµη Λατινική εκδοχή του carbonum, ως παράγωγο της αρχικής Λατινικής ονοµασίας carbo για το κάρβουνο.7/7
Εισάγετε το όνομά σας. *
Εισάγετε το e-mail σας. *
Μήνυμα
Κάντε ένα σχόλιο για το άρθρο. Το μήνυμα σχολίου σας θα δημοσιοποιηθεί μετά από έγκριση από την αρμόδια Επιτροπή.
*

Σφάλμα

Εισάγετε το όνομά σας.

Σφάλμα

Εισάγετε το e-mail σας.

Σφάλμα

Εισάγετε μήνυμα σχολίου.

Σφάλμα

Προέκυψε ένα λάθος κατά την αποστολή του σχολίου σας, παρακαλώ δοκιμάστε ξανά αργότερα.

Μήνυμα

Το μήνυμα σχολίου απεστάλη επιτυχώς. Θα δημοσιευτεί το συντομότερο δυνατό μετά την έγκριση του από την αρμόδια Επιτροπή.