Καλώς ήλθατε

Συνδεθείτε ή εγγραφείτε ως Μέλη, προκειμένου να σχολιάσετε αναρτημένα άρθρα, slides κλπ ή/και να διατυπώσετε τις δικές σας απόψεις για οποιοδήποτε θέμα τεχνικού ενδιαφέροντος.

Σάββατο, 18 Νοεμβρίου 2017

Η προσπάθεια για ένα ισχυρό κοινό νόμισμα είναι πολύ παλιά. Από την αρχαιότητα ως την γέννηση του ευρώ τα νομίσματα επιβλήθηκαν με διάφορους τρόπους, διαδραματίζοντας αποφασιστικό ρόλο ως ρυθμιστικοί παράγοντες στην οικονομία πολλών λαών.

Επιλογή κειμένων από το διαδίκτυο.

Νομίσματα κοινής αποδοχής από την αρχαιότητα έως σήμερα Η προσπάθεια για ένα ισχυρό κοινό νόμισμα είναι πολύ παλιά. Από την αρχαιότητα ως την γέννηση του ευρώ τα νομίσματα επιβλήθηκαν με διάφορους τρόπους, διαδραματίζοντας αποφασιστικό ρόλο ως ρυθμιστικοί παράγοντες στην οικονομία πολλών λαών. Η γένεση του κερματομόρφου νομίσματος στην περιοχή της Λυδίας και της Ιωνίας κατά τα μέσα του 7ου αι. π.Χ. και η μετέπειτα επικράτηση και ευρεία διάδοσή του στον μεσογειακό χώρο, κυρίως μέσω των ελληνικών νομισματοκοπιών, οδήγησαν σταδιακά στην εμφάνιση μιας αρχικά λανθάνουσας ανάγκης, που σιη συνέχεια αποτέλεσε στόχο διαφόρων φορέων εξουσίας: η ύπαρξη και κατίσχυση ενός κοινού νομίσματος σε έναν περιορισμένο ή ευρύτερο χώρο πρόβαλε ως ένα αναγκαίο μέσο για τη δημιουργία μιας ενοποιημένης οικονομίας με όλες τις περαιτέρω συνέπειες. Τα νομίσματα, εκτός από τη βασική ιδιότητά τους ως μέσο οικονομικών συναλλαγών, αποτέλεσαν πάντα φορείς διοικητικής εξουσίας, πολιτικής προπαγάνδας, θρησκευτικών συμβολισμών, ενεπίγραφων μηνυμάτων, συλλογικών πεποιθήσεων, ιδεών και επιδιώξεων, κοινών παραδόσεων και εθίμων, σημαντικών καλλιτεχνικών ρευμάτων κτλ. Κατά τη διάρκεια της μακράς νομισματικής ιστορίας από την αρχαιότητα ως σήμερα κατά περιόδους υπήρξαν αρκετές προσπάθειες από διάφορες πόλεις και κράτη να σχηματίσουν ομοσπονδίες ή συμμαχίες - συνήθως περιφερειακού χαρακτήρα και περιορισμένης επίδρασης - με κοινές επιδιώξεις (κατά περίπτωση), κοινούς θεσμούς, κοινές πολιτικές πρακτικές και κοινή νομισματοκοπία. Σε ένα ανάλογο πλαίσιο, άλλα νομίσματα επιβλήθηκαν με διάφορους τρόπους (εμπορική δραστηριότητα, ίδρυση αποικιών, κατακτήσεις κτλ.) και έγιναν ευρέως αποδεκτά στον αρχαίο και στον μεσαιωνικό κόσμο, διαδραματίζοντας αποφασιστικό ρόλο ως ρυθμιστικοί παράγοντες στην οικονομία πολλών λαών και εκφράζοντας με αυτόν τον τρόπο μια άλλου είδους κοινή θέληση για νομισματική ομοιομορφία.Η ιδέα της συναλλαγής Από τις παραπάνω επιγραμματικές παρατηρήσεις είναι προφανές ότι η ιδέα για ένα μοναδικό, κοινό χρηματικό μέσο συναλλαγής είναι πολύ παλιά. Ουσιαστικά η ιδέα αυτή πηγάζει από τις προσπάθειες διαφόρων κοινωνιών κατά τη διάρκεια της αρχαιότητας και του Μεσαίωνα να επιτύχουν τον προαναφερθέντα στόχο. Ως απαρχή αυτών των προσπαθειών μπορούν να θεωρηθούν οι νομισματοκοπίες τριών σημαντικών ελληνικών πόλεων - κρατών: της Αίγινας, των Αθηνών και της Κορίνθου. Αυτές οι τρεις πόλεις διείσδυσαν πολιτικά, οικονομικά και πολιτιστικά τόσο στην Εγγύς Ανατολή όσο και στη Δυτική Μεσόγειο μέσω του εμπορίου ή στην περίπτωση της Κορίνθου κυρίως μέσω των αποικιών που ίδρυσε. Αργότερα ο Φίλιππος Β’ της Μακεδονίας καθιέρωσε μια ισχυρή νομισματοκοπία που διαδόθηκε ιδιαίτερα κυρίως στον χώρο της Χερσονήσου του Αίμου, ενώ ο γιος του, ο Μέγας Αλέξανδρος, δημιουργώντας ένα αχανές κράτος που εκτεινόταν σε τρεις ηπείρους, επέβαλε ταυτόχρονα ένα σχεδόν πανομοιότυπο νομισματικό σύστημα από τα Καρπάθια όρη ως τον Ινδό ποταμό. Νομίσματα με το όνομα και τους τύπους του Μακεδόνος βασιλέως συνέχισαν να κόβονται για πάνω από δύο αιώνες μετά τον θάνατό του από πάμπολλες εκδίδουσες αρχές, ως το κατ’ εξοχήν διεθνές μέσο συναλλαγής της ελληνιστικής εποχής. Δείγμα της δημοτικότητας ορισμένων από τις ισχυρές ελληνικές νομισματοκοπίες της αρχαιότητας αποτελούν και οι απομιμήσεις τους που εκδόθηκαν, κατά κόρον ενίοτε, από άλλους λαούς σε γειτνιάζουσες περιοχές (Θράκες, Κέλτες, Άραβες κ.ά.).1/11 Οι νομισματικές εκδόσεις των κοινών της αρχαιότητας εξέφραζαν κατά πάγιο τρόπο τα κοινά εθνικά στοιχεία που αποτελούσαν και τη βάση συνήθως των οργανισμών αυτών. Παρά τις έντονες προσπάθειες ορισμένων ομοσπονδιών, ιδιαίτερα κατά την ελληνιστική περίοδο (Αιτωλική Συμπολιτεία, Αχαϊκή Συμπολιτεία), η δύναμη και η σφαίρα επιρροής των ομοσπονδιακών κρατών και των νομισματοκοπιών τους αντίστοιχα παρέμειναν τελικά μικρής εμβέλειας.Ο χρυσός σόλιδος Οι σταδιακά μεθοδευμένες ενέργειες της Ρώμης, ως νέας ανερχόμενης δύναμης, να ελέγξει τη νομισματική παραγωγή και κυκλοφορία στον ευρύτερο ζωτικό της χώρο, αποδείχθηκαν επιτυχείς, υπακούοντας σε μια βαθύτερη νομοτέλεια. Η Ρωμαϊκή δημοκρατία χρησιμοποίησε αρχικά κατά τόπους, ιδίως στην ελληνιστική Ανατολή, τις ήδη υπάρχουσες νομισματικές δομές, προτού προχωρήσει τελικά στη διεθνοποίηση του δηναρίου. Ο εικονογραφικός πλουραλισμός και η υπό έλεγχο εκδοτική πανσπερμία (κυρίως στην Ανατολική Μεσόγειο) επιβίωσαν κατά τους αυτοκρατορικούς χρόνους, για να εκλείψουν στο πλαίσιο του οποίου επέβαλε ένα νομισματικό σύστημα ομοιόμορφο για όλους τους υπηκόους. Διόλου τυχαία το νόμισμα που εισήγαγε ο Μέγας Κωνσταντίνος, ο χρυσός σόλιδος, επικράτησε στη διεθνή οικονομικοπολιτική σκηνή για περισσότερο από 700 χρόνια, δίνοντας στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία απίστευτη ισχύ σε πλούτο αλλά και σε αίγλη.2/11 Ως απαράμιλλο μέσο συναλλαγής, υποστηριζόμενο από μια - προβαλλόμενη ως αδιαμφισβήτητη κεντρική εξουσία με αμέτρητο δυναμικό, το βυζαντινό νόμισμα γνώρισε πληθώρα απομιμήσεων από διάφορους περιφερειακούς λαούς (Γότθοι, Φράγκοι, Λομβαρδοί, Αραβες, Σκανδιναβοί, Νορμανδοί, Τουρκομανοί, Βούλγαροι, Σέρβοι κ.ά.), σε μια προσπάθεια οικειοποίησης όχι μόνο της αγοραστικής δύναμής του αλλά και της φερεγγυότητας της αρχής που συμβόλιζε.«Επιστροφή στο μέλλον» Κατά τον ύστερο Μεσαίωνα, οπότε η ισχύς του Βυζαντίου φθίνει, άλλες οικονομικές δυνάμεις έρχονται στο προσκήνιο. Στην Ανατολική Μεσόγειο τις συναλλαγές σε μεγάλο βαθμό ελέγχουν με τα νομίσματά τους σημαντικές ιταλικές πόλεις, όπως η Φλωρεντία, η Γένουα και κατ’ εξοχήν η Βενετία (14ος-17ος αι. μ.Χ.). Η Χανσεατική Ενωση, στην οποία τον πρώτο ρόλο είχε το γερμανικό λιμάνι της Λυβέκης (Lübeck), είναι μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα περίπτωση στον βορειοευρωπαίκό χώρο, όπου μια σειρά πόλεων προχωρεί στην ίδρυση μιας νομισματικής ένωσης, με κοινό νόμισμα το witten, για την προώθηση των συναλλαγών ενός εμπορικού δικτύου (14ος-16ος αι. μ.Χ.). Κατά τους νεότερους χρόνους, στο πολύχρωμο μωσαϊκό των οικονομικοπολιτικών φαινομένων, έλαμψαν ιδιαίτερα περιπτώσεις νομισμάτων εύρωστων ή ανερχομένων κρατών που διεθνοποιήθηκαν χρησιμοποιούμενα κυρίως σε παγκόσμιας εμβέλειας εμπορικές συναλλαγές, όπως τα ισπανικά χρυσά escudos και αργυρά reales (τόσο του ιβηρικού βασιλείου όσο και των υπερπόντιων κτήσεων), το thaler της Μαρίας Θηρεσίας (της πολυεθνικής Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας), η βρετανική λίρα (της κραταιάς, πάλαι ποτέ, αποικιοκρατικής δύναμης) και πρόσφατα το δολάριο των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής (της σύγχρονης, ομοσπονδιακής υπερδύναμης).Αριστερά: Χρυσό νόμισμα (8 escudos) βασιλείου Ισπανίας επί Φιλίππου Ε’ (1700-1746). Νομισματοκοπείο: Λίμα (Περού), χρονολογία κοπής: 1736. (Νομισματικό Μουσείο, Αθήνα) --- Δεξιά: Αργυρό witten Χανσεατικής Ενωσης. Νομισματοκοπείο: Λυβέκη, χρονολογία κοπής: 1549 μ.Χ. (Νομισματικό Μουσείο, Αθήνα)Μια άλλη προσπάθεια για οικονομική ομοιομορφία έγινε με κέντρο (κυρίως) την Ευρώπη και άξονα το ναλλικό φράγκο: η Λατινική Νομισματική Ενωση (1865-1925), ως έναν βαθμό, μπορεί να θεωρηθεί προάγγελος της ευρωπαϊκής ενοποίησης που επιχειρείται στα τέλη του 20ού αιώνα. Στις ημέρες μας η μετάβαση στην τρίτη χιλιετία μ.Χ. σημαδεύεται από τη γέννηση του ευρώ, του κοινού νομίσματος της Ευρωπαϊκής Ενωσης, με μεγάλες προσδοκίες ως προς τη συμβολή του στην εγκαθίδρυση ενός επιτυχημένου ομοσπονδιακού μορφώματος που ευαγγελίζεται ένα καλύτερο, κοινό αύριο για τους κατοίκους της Παλαιάς Ηπείρου. Η Ευρώπη, αντλώντας από το βαθύ πηγάδι της παράδοσής της, «επιστρέφει στο μέλλον». ■3/11 Τα διεθνή νομίσματα της αρχαιότητας Στις αρχές του 6ου αιώνα πΧ, λίγες δεκαετίες μετά τη γένεση του κερματόμορφου νομίσματος στην περιοχή της Λυδίας ή της Ιωνίας, οι Αιγινήτες, πρώτοι από όλες τις ελληνικές πόλεις έκοψαν το δικό τους νόμισμα. Το παράδειγμά τους ακολούθησε η Αθήνα και στη συνέχεια η Kόριvθoς.Αργυροί στατήρες Aiyivnς από τον «θησαυρό» Mυρίνας ΚαρδίτσαςΟι χελώνες της Αίγινας, μαζί με τις γλαύκες της Αθήνας και τους πώλους της Κορίνθου απετέλεσαν τα τρία διεθνή νομίσματα της αρχαιότητας. Η Αίγινα και η Αθήνα κυριάρχησαν οικονομικά, πολιτικά και πολιτιστικά στην Εγγύς Ανατολή και στη Δυτική Μεσόγειο, ενώ η Κόρινθος επιβλήθηκε κυρίως μέσω των πολλών αποικιών της, τις οποίες υποχρέωσε να χρησιμοποιούν τον κορινθιακό τύπο νομίσματος στη ΝΔ Ελλάδα, στη Νότια Ιταλία και Σικελία.Αίγινα Η μορφολογία του εδάφους της, νησί με ψηλά βουνά και περιορισμένη καλλιεργήσιμη γη, στον μυχό του Πειραϊκού Κόλπου, έστρεψε από νωρίς τους κατοίκους της στη θάλασσα προκειμένου να κερδίσουν τη ζωή τους. Τα αιγινητικά πλοία, τα οποία ταξίδεψαν σε όλο το πλάτος και το μήκος της Μεσογείου μεταφέροντας εμπορεύματα, προσπόρισαν πλούτο και δύναμη ото νησί. Ο αρχαϊκός αιγινητικός στατήρας με την παράσταση της θαλάσσιας χελώνας, χρονολογείται γύρω στο 570 π.Χ. Οι γνωστές από τις πηγές χελώνες κόπηκαν σε μεγάλες ποσότητες και κυκλοφόρησαν ευρύτατα τόσο στον ελλαδικό χώρο, στη Θεσσαλία, Βοιωτία, Πελοπόννησο, Κυκλάδες, Κρήτη, όσο και στην Ανατολή, όπως προκύπτει από τη μαρτυρία των «θησαυρών». Η παράσταση της θαλάσσιας χελώνας πιθανότατα σχετίζεται, όπως και η Αφαία, με μια μεσογειακή θεότητα που είχε προηγηθεί του κλασικού ελληνικού πανθέου. Η αιγινητική δραχμή εκαλείτο από τους Αθηναίους παχεία δραχμή, εφόσον ο αιγινητικός σταθμητικός κανόνας ήταν βαρύτερος από τον αθηναϊκό. Τόπος προέλευσης του αργύρου, της πρώτης ύλης, για την κοπή των στατήρων αυτών πρέπει να υπήρξε η Σίφνος, τα μεταλλεία αργύρου της οποίας βρίσκονταν στο μεγαλύτερο στάδιο παραγωγής κατά τον 6ο αι. π.Χ. Μετά τους Περσικούς Πολέμους (γύρω ото 480 π.Χ.) η παραγωγή του νομισματοκοπείου της Αίγινας μειώνεται σε σύγκριση με εκείνη του προηγούμενου αιώνα, καθώς τη θέση του αιγινητικού νομίσματος στην κυκλοφορία καταλαμβάνει αυτό της Αθήνας.4/11 Στα χρόνια που ακολούθησαν η επεκτατική πολιτική της Αθήνας περιορίζει την κυριαρχία της Αίγινας στη θάλασσα, οι κάτοικοι της οποίας τελικά γίνονται φόρου υποτελής (457 π.Χ.) στους Αθηναίους. Η μετάβαση του τύπου από τη θαλάσσια στη χερσαία χελώνα έλαβε χώρα πριν από τον Πελοποννησιακό Πόλεμο (431 π.Χ.) και προτού εκδιωχθούν οι Αιγινήτες από το νησί τους. Ισως η αλλαγή αυτή σηματοδοτεί το γεγονός ότι η Αίγινα έχασε τότε την θαλασσοκρατορία της, όπως πολλοί μελετητές πιστεύουν, ή πρόκειται απλώς για νομισματική αλλαγή οικονομικής φύσεως.Αργυρός στατήρ Aιγίνης (εμπρόσθια όψη)Αθήναι Τα πρώτα νομίσματα που αποδίδονται στο νομισματοκοπείο των Αθηνών είναι τα Wappenmunzen, τα λεγόμενα εραλδικά νομίσματα, τα οποία ονομάστηκαν έτσι γιατί πιστεύεται ότι συνδέονται με τα εμβλήματα σημαντικών οικογενειών. Η κυκλοφορία των πρώτων αυτών σειρών, που χρονολογούνται στην εποχή του Πεισίστρατου, είναι περιορισμένη και δεν υπερβαίνει τα στενά γεωγραφικά όρια της πόλης, αντικατοπτρίζοντας την εσωστρεφή πολιτική της τυραννίας. Στο τέλος του 6ου αι. π.Χ. οι κοπές αυτές εγκαταλείπονται και τη θέση τους παίρνουν τα τετράδραχμα με την κεφαλή της Παρθένου Αθηνάς στην πρόσθια όψη και τη γλαύκα, το ιερό σύμβολο της θεάς, στην οπίσθια, οι γνωστές από τις πηγές γλαύκες. Είναι η εποχή που η Αθήνα με την επικράτηση του δημοκρατικού πολιτεύματος του Κλεισθένη αναπτύσσεται οικονομικά και πολιτιστικά για να εξελιχθεί σε οικουμενική δύναμη μετά το τέλος των Περσικών Πολέμων. Ο εικονογραφικός αυτός τύπος (κεφαλή της Παρθένου Αθηνάς και γλαύκα) θα παραμείνει, διαφοροποιούμενος στυλιστικά ανάλογα με τις επιταγές της εποχής, ως το τέλος της κλασικής αρχαιότητας. Για πέντε αιώνες, από το τέλος του 6ου αι. π.Χ. ως τα μέσα σχεδόν του 1ου αι. π.Χ., οι γλαύκες θα γνωρίσουν πρωτοφανή διάδοση. Θα κυκλοφορήσουν σε Ανατολή και Δύση και θα παίξουν έναν σημαντικό ρόλο στην οικονομία του αρχαίου κόσμου, έναν ρόλο πρωτοπόρο, αντάξιο της ένδοξης και πλούσιας πόλης που τα έκοψε, της πόλης της Παλλάδος. Μετά τη νικηφόρα έκβαση των Μηδικών Πολέμων και τη μεταφορά του ταμείου της Αθηναϊκής Συμμαχίας από τη Δήλο (454 π.Χ.), η Αθήνα θα εκδώσει με τον άργυρο του Λαυρίου πλήθος νομίσματα, προκειμένου να καλύψει τις δαπάνες των λαμπρών οικοδομημάτων με τα οποία διακόσμησε ο Περικλής την Ακρόπολη.5/11 Το κλαδί ελιάς που στεφανώνει το κράνος της Αθηνάς στις κοπές του 5ου αι. π.Χ. σηματοδοτεί ίσως τη συμβολή της θεάς στη νίκη κατά των Περσών, ενώ η μήνη (μισοφέγγαρο) στην πίσω όψη πιθανότατα αναφέρεται στον νυχτόβιο χαρακτήρα της γλαύκας. Μετά την ατυχή έκβαση της Σικελικής Εκστρατείας (404 π.Χ.) και την εξάντληση των κοιτασμάτων του Λαυρίου, η πόλη θα αναγκαστεί να κυκλοφορήσει υπόχαλκα τετράδραχμα (χάλκινη ψίχα με επένδυση αργύρου), τα πονηρά χαλκία του Αριστοφάνη. Τα τετράδραχμα του 4ου και 3ου αι. π.Χ., κοπές βιαστικές με παχύ πέταλο και ακανόνιστο σχήμα, τα ονομαζόμενα κούτσουρα, θα ταξιδέψουν στην Ανατολή ως τον Ινδό ποταμό ακολουθώντας αυτά του Αλεξάνδρου Γ’. Ο 2ος αιώνας, ακολουθώντας το πνεύμα της εποχής, σηματοδοτεί μια ανανέωση στις αθηναϊκές κοπές. Τα τετράδραχμα της νέας αυτής τεχνοτροπίας, που χαράσσονται σε λεπτά και πεπλατυσμένα πέταλα, οι γνωστοί από τις επιγραφές στεφανηφόροι, θα κυκλοφορήσουν ευρύτατα, σύμφωνα με τη μαρτυρία των "θησαυρών" ως το 40 πΧ, οπότε σταματούν να κόβονται. Τη θέση τους θα πάρουν στην οικονομία του αρχαίου κόσμου τα ρωμαϊκά δηνάρια.Kόρινθος Η γεωγραφική θέση της, πλησίον του ομώνυμου Ισθμού, που ενώνει την Πελοπόννησο με την κυρίως Ελλάδα, υπήρξε μοναδική, τόσο για τις θαλάσσιες διαδρομές από την Ανατολή στη Δύση όσο και για τις χερσαίες από τον Νότο στον Βορρά. Από τον 8ο αι. π.Χ. ίδρυσε αποικίες στις Συρακούσες και στην Κέρκυρα και κατά τον 7ο αι. π.Χ. έναν αριθμό αποικιών σιη ΒΔ Ελλάδα, στη Λευκάδα, στην Αμβρακία, στο Δυρράχιο, στην Απολλωνία κ.α. Τα αρχαϊκά νομίσματα της Κορίνθου χρονολογούνται ото δεύτερο τέταρτο του 6ου αι. π.Χ., αμέσως μετά από αυτά της Αίγινας και σχεδόν την ίδια εποχή με τα Wappenmunzen των Αθηνών. Οι αρχαϊκοί στατήρες της απεικονίζουν στην εμπρόσθια όψη τον Πήγασο, το πτερωτό άλογο που εξημέρωσε ο Βελλεροφόντης με τη βοήθεια της Αθηνάς. Στην πίσω όψη χαράσσεται ένα έγκοιλο τετράγωνο. Η κεφαλή της Χαλινίτιδος Αθηνάς εμφανίζεται ως οπισθότυπος στις κοπές του 515 π,Χ. Ο τύπος αυτός (πήγασος και κεφαλή Αθηνάς) θα παραμείνει αμετάβλητος για δύο αιώνες, από το τέλος του 6ου αι. π.Χ. ως το τέλος του 4ου αι. π.Χ. To koppa, το αρχαϊκό αρχικό γράμμα του εθνικού ονόματος της πόλης, συνοδεύει όλες τις κοπές της. Οι κορινθιακές αποικίες παρέμειναν ασυνήθιστα εξαρτώμενες από την Κόρινθο στον τομέα της νομισματοκοπίας. Τα νομίσματα των αποικιών διαφέρουν από αυτά της Κορίνθου μόνο ως προς την αντικατάσταση του koppa από το αρχικό γράμμα του εθνικού ονόματος της αποικίας, όπως Λ για τη Λευκάδα, A για την Αμβρακία, Δ για το Δυρράχιο, Θ για το Θύρρειο κτλ. Στον 4ο αι. π.Χ. τα νομίσματα αυτά κυκλοφόρησαν ευρύτατα τόσο στη ΒΔ Ελλάδα όσο και στη Ν. Ιταλία και στη Σικελία.Συμπολιτείες - Κοινά: Οι πρόδρομοι του ευρώ Η σύσταση των συμμαχιών κάλυψε την αναγκαιότητα να μπορούν οι πόλεις- κράτη να αντεπεξέρχονται, υιοθετώντας μια κοινή πολιτική, σε διάφορες πολιτικές ή συνήθως στρατιωτικές προκλήσεις. Με την ευκαιρία αυτή έκοβαν και νομίσματα που συνήθως δεν κυκλοφορούσαν επί πολύ, ακολουθώντας την τύχη και τη διάρκεια των ίδιων των συμμαχιών. Τα νομίσματα που κόπηκαν από τις πόλεις- κράτη στην αρχαιότητα και επιβλήθηκαν είτε λόγω μιας ιμπεριαλιστικής πολιτικής (Αθήνα-Κόρινθος) είτε μιας εμπορικής σκοπιμότητας (Αίγινα) ή ακόμη λόγω της επάρκειας σε μέταλλο (Αθήνα-Κύζικος) γνώρισαν μεγαλύτερη επιτυχία και ισχύ από εκείνα που προήλθαν από τις κατά καιρούς, πολιτικές ή στρατιωτικές συμμαχίες. Αυτές οι συμμαχίες είχαν έναν τοπικό χαρακτήρα και την ίδρυσή τους χαρακτηρίζει μια αναγκαιότητα, ώστε να μπορούν να αντεπεξέλθουν υιοθετώντας μια κοινή πολιτική έναντι σε διάφορες πολιτικές ή συνήθως στρατιωτικές προκλήσεις. Με την ευκαιρία αυτή έκοβαν και νομίσματα που συνήθως δεν κυκλοφορούσαν επί πολύ, ακολουθώντας την τύχη και την διάρκεια των ίδιων των συμμαχιών.6/11 Οι ορεινοί Αρκάδες ήταν εκείνοι που δημιούργησαν τον 5ο αιώνα π.Χ. ένα από τα πιο παλιά συμμαχικά νομίσματα (Δίας καθισμένος, κεφαλή Αρτεμης). Αργότερα, στα μέσα περίπου του 4ου αι. π.Χ., ως επακόλουθο της πολιτικής του Επαμεινώνδα, ορισμένες αρκαδικές πόλεις επανήλθαν στο συμμαχικό νόμισμα. Προς το τέλος του 5ου και στο πρώτο μισό του 4ου αι. π.Χ. εμφανίζονται τα θαυμαστά, αργυρά τετράδραχμα της Χαλκιδικής Συμμαχίας, που είχε πρωτεύουσα την Ολυνθο. Πρόκειται για μια από τις ωραιότερες νομισματικές δημιουργίες του 4ου αι. π.Χ., με το δαφνοστεφανωμένο κεφάλι του Απόλλωνα στην μπροστινή όψη και τη λύρα στην πίσω πλευρά. Τα νομίσματα αυτά απέκτησαν μεγάλη φήμη και όταν ο Φίλιππος Β’ υπέταξε την Ολυνθο το 348 π.Χ. δανείστηκε ως τύπο για τους χρυσούς του στατήρες το κεφάλι του Απόλλωνα.Βοιωτοί και Ευβοϊκή Συμπολιτεία Αλλά και το αμφικτυονικό νόμισμα δεν υπολείπεται σε ομορφιά και καλλιτεχνική ευαισθησία, μόνο που υπήρξε μικρής χρονικής διάρκειας (336/5-334 π.Χ.), μετά τον θάνατο του Φιλίππου Β’ της Μακεδονίας. Η Δελφική Αμφικτυονία περιελάμβανε 12 αντιπροσώπους διαφόρων ελληνικών πόλεων και είχε την ευθύνη του ιερού των Δελφών. Στα αργυρά δίδραχμα η κεφαλή της Δήμητρας με πέπλο και με στεφάνι από στάχυα στα μαλλιά απεικονίζεται στην πρόσθια όψη, ενώ στην πίσω πλευρά χαράζεται η μορφή του Απόλλωνα καθισμένου πάνω στον ομφαλό της γης να στηρίζεται πάνω στη λύρα του. Οι Βοιωτοί, κάτοχοι μιας πολύ εύφορης περιοχής, απέκτησαν γύρω στα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ. (372-362 π.Χ.) πολιτική επικυριαρχία στη Νότια Ελλάδα. Ηδη κατά το παρελθόν τα νομίσματα όλων των βοιωτικών πόλεων έφεραν στην πρόσθια όψη την ασπίδα ως περιφερειακό ή μάλλον φυλετικό ή εθνικό έμβλημα. Είναι ενδεικτικό ότι μετά την παρακμή της πολιτικής τους επιβολής, το 342 π.Χ., οι Βοιωτοί δεν παρουσίασαν ποτέ ξανά αξιόλογη νομισματοκοπία. Κατά τη διάρκεια μιας σύντομης ανάκαμψης, η συμμαχία των βοιωτικών πόλεων εξέδωσε τον 3ο και τον 2ο αιώνα π.Χ. νομίσματα με μια αξιόλογη ποικιλία τύπων (Ποσειδών, Δήμητρα, κάνθαρος, το αγαπημένο αγγείο του Διονύσου). Η νομισματική μαρτυρία μάς πείθει ότι η πρώτη οργάνωση της Ευβοϊκής Συμπολιτείας πρέπει να έγινε το 375 π.Χ. Κάτω από τη θηβαϊκή επίδραση κόβονται οι πρώτοι στατήρες (καθισμένο μοσχάρι/κεφαλή της νύμφης Εύβοιας με την επιγραφή ΕΥΒ). Αργότερα οι εσωτερικοί ανταγωνισμοί της Συμπολιτείας προκάλεσαν ρήξη με τη Θήβα και προσωρινή προσέγγιση με την Αθήνα το 357 π.Χ. (κεφαλή νύμφης/όρθιο μοσχάρι με την επιγραφή ΕΥ ή ΕΥΒΟΙ). Οι συμμαχίες και τα Κοινά της ελληνιστικής εποχής δημιούργησαν πολύ ενδιαφέρουσες νομισματοκοπίες. Τα περισσότερα από αυτά τα νομίσματα τέθηκαν στην κυκλοφορία για να καλύψουν κατά μία εκδοχή τις ανάγκες μισθοδοσίας των στρατιωτών. Είναι μια αληθοφανής άποψη, έστω και αν δεν μπορεί πάντα να επαληθευθεί.Στην Δυτική Ελλάδα Στην Ηπειρο, το δεύτερο μισό του 4ου αιώνα π.Χ., κόπηκαν τα νομίσματα της πρώτης συμμαχίας που είχε χαρακτήρα στρατιωτικό και κάλυπταν τις ανάγκες για την πληρωμή των μισθοφόρων, κυρίως για τις εκστρατείες στην Κάτω Ιταλία και Σικελία. Στη συνέχεια εμφανίστηκαν τα νομίσματα του Κοινού των Ηπειρωτών (234/3-168 π.Χ.) σε μια σειρά που γνώρισε ιδιαίτερη ακμή κατά τη διάρκεια των αγώνων κατά της Ρώμης (172-170 π.Χ.). Παρ’ όλα αυτά η νομισματοκοπία του Κοινού διατήρησε τον περιφερειακό της χαρακτήρα και νομίσματα των Ηπειρωτών δεν κυκλοφόρησαν, με ελάχιστες εξαιρέσεις, εκτός Ηπείρου. Προσφιλή θέματα της ηπειρωτικής νομισματικής εικονογραφίας είναι ο Ζευς Δωδωναίος και η Διώνη, ο ταύρος και ο αετός.7/11 Αργυρός στατήρ Αμφικτυόνων (επάνω η εμπρόσθια όψη και κάτω η οπίσθια)Xρυσός στατήρ Αιτωλών (επάνω η εμπρόσθια όψη και κάτω η οπίσθια)Αργυρό τετράδραχμο Χαλκιδέων (επάνω η εμπρόσθια όψη και κάτω η οπίσθια)Συνεχίζοντας τη Δυτική Ελλάδα, έχουμε την ενδιαφέρουσα νομισματοκοπία των Αιτωλών που περιελάμβανε χρυσές, αργυρές και χάλκινες κοπές. Η έκδοση των νομισμάτων αυτών συμπίπτει με την περίοδο ακμής της πολιτικής τους δύναμης στην Κεντρική Ελλάδα (280-188 π.Χ.) και χρησίμευσε κυρίως για την κάλυψη στρατιωτικών αναγκών. Η προσωποποίηση της Αιτωλίας και ο καλυδώνιος κάπρος δεσπόζουν στην εικονογραφία των νομισμάτων της Αιτωλικής Συμπολιτείας. Παράλληλα με τις εκδόσεις των Αιτωλών, στη σχετικά απομονωμένη γεωγραφική περιοχή των Ακαρνάνων, δημιουργήθηκε μια αρκετά σημαντική νομισματοκοπία, παρ’ όλο ότι το Κοινόν της Ακαρνανίας δεν έπαιξε πρωτεύοντα πολιτικό ρόλο στην υπόλοιπη Ελλάδα. Απεικονίζονται στα νομίσματα αυτά η προσωποποίηση του Αχελώου ως ανθρωπόμορφου ταύρου, ο Απόλλων Άκτιος, ο Ζευς, η Αθηνά και ο Ηρακλής.Αχαϊκή Συμπολιτεία Στην Πελοπόννησο, η Αχαϊκή Συμπολιτεία, μία από τις σπουδαιότερες συμμαχίες στην ελληνιστική περίοδο, εξέδωσε από τα τέλη του 3ου αι. π.Χ. και ως τα μέσα περίπου του 2ου αι. π.Χ. αργυρά τριώβολα και χάλκινα μικρής αγοραστικής αξίας. Στην μπροστινή όψη χαράσσεται το κεφάλι του Δία και στην πίσω πλευρά το μονογράφημα της Αχαϊκής Συμπολιτείας με διάφορα μονογραφήματα, γράμματα και σύμβολα, δηλωτικά των διαφόρων νομισματοκοπείων. Αυτές οι κοπές χρησίμευαν κυρίως για την πληρωμή του σιτηρεσίου των στρατιωτών, δίχως να αποκλειστεί και η αντιμετώπιση αναγκών του εμπορίου. Τα νομίσματα της Αχαϊκής Συμπολιτείας είχαν μεγάλη κυκλοφορία, ιδιαίτερα το πρώτο μισό του 2ου αι. π.Χ., και βρέθηκαν σε πολλούς «θησαυρούς». Ηταν μια ταραγμένη πολιτικά εποχή, σημαδεμένη κυρίως από τις ρωμαϊκές δολοπλοκίες που δίχασαν τους Ελληνες και έφεραν την ολοκληρωτική καταστροφή της Κορίνθου, το 146 π.Χ. Οι εκδόσεις της Συμπολιτείας δεν εμπόδισαν την παράλληλη έκδοση νομισμάτων από τις ίδιες τις πόλεις που συμμετείχαν σε αυτή.8/11 Στην Ανατολική Ελλάδα οι κοπές του Κοινού των Θεσσαλών κάλυψαν τον 2ο και τον 1ο αι. π.Χ. Η πολυπληθής αυτή νομισματοκοπία που περιελάμβανε αργυρά και χάλκινα νομίσματα διήρκεσε ως και την περίοδο του Αυγούστου (27 π.Χ. -14 μ.Χ.). Οι εκδόσεις αυτές ήταν και οι τελευταίες ελληνικές ομοσπονδιακές κοπές. Χαρακτηριστικά εικονογραφικά θέματα της θεσσαλικής νομισματοκοπίας του Κοινού είναι οι κεφαλές του Δία, του Απόλλωνα και της Αθηνάς στην πρόσθια όψη και στην πίσω πλευρά ο αγαλματικός τύπος της Ιτωνίας Αθηνάς και οι ξακουστοί θεσσαλικοί ίπποι. Τελειώνοντας θα ήθελα να ευχηθώ ότι, αν και το κοινό νόμισμα της Ευρωπαϊκής Ενωσης δεν έχει τη λάμψη και την καλλιτεχνική εκείνων της Δελφικής Αμφικτυονίας και της Χαλκιδικής Συμμαχίας, ας έχει τουλάχιστον μια μεγάλη χρονική διάρκεια, η οποία θα φέρει σταθερότητα και ευημερία στον ευρωπαϊκό χώρο.·Τσεκίνια βενετσιάνικα και ψιλοπαράδες Η νομισματική κυκλοφορία στην Τουρκοκρατία - Βενετοκρατία, η νόθευση του νομίσματος από ιδιώτες κιβδηλοποιούς αλλά και από σουλτάνους, το φαινόμενο της αποθησαύρισης το οποίο αποτελεί δομικό στοιχείο της οθωμανικής κοινωνίας και ο θησαυρός του Αλή Πασά. «Ρούχα μπλιό δεν αποτάσσω, αμ ’ εδά φορώ το ράσο· ουδέ σκούδα ουδέ κατρίνια, μηδέ ντόπιες και τσικίνια»Η νομισματική πολυσπερμία που επικρατεί στον χώρο της Ανατολής αποτυπώνεται εύγλωττα στο παραπάνω κρητικό στιχούργημα του 17ου αι. Αν θελήσουμε να παρακολουθήσουμε την εξέλιξη του φαινομένου στις βενετοκρατούμενες και τουρκοκρατούμενες ελληνικές περιοχές σε μια μακραίωνη χρονική περίοδο που χονδρικά ορίζεται ανάμεσα στην πτώση της Κωνσταντινούπολης και στην ίδρυση του ελληνικού κράτους, θα διαπιστώσουμε ότι η φύση της κατάκτησης ως ένα σημείο μόνο προσδιορίζει την κυκλοφορία του ενός ή του άλλου νομίσματος. Αυτό που παίζει καθοριστικό ρόλο είναι η οικονομική ανάπτυξη ενός τόπου περιοχές με μεγάλη εμπορική κίνηση, με ναυτιλία, ισχυρές οικονομικά κοινότητες - όπου ευνοείται η κυκλοφορία ποικίλων νομισμάτων. Επιπλέον αυτό τούτο το νόμισμα με τον τύπο του αλλά κυρίως με την εσωτερική αξία του (περιεκτικότητα σε πολύτιμο μέταλλο) επιβάλλεται και διαχέεται ανεξαρτήτως γεωγραφικών περιχαρακώσεων. Είναι γνωστό ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία στηρίχθηκε και επέζησε για τόσους αιώνες χάρη σε ένα διοικητικό και οικονομικό σύστημα όπου το χρήμα ήταν απαραίτητο και για αυτό παρόν με πολλαπλούς ρόλους: ως γενικό ισοδύναμο, ως εμπόρευμα το ίδιο, ως αποθησαυρισμένο αγαθό. Από πολύ νωρίς το φαινόμενο του διμεταλλισμού, με την απλή εύνοια της παράλληλης κυκλοφορίας χρυσών και αργυρών νομισμάτων, είναι γενικευμένο όχι μόνο στη Δύση αλλά και στις χώρες της οθωμανικής επικράτειας. Βέβαια η κατανομή των πολύτιμων μετάλλων με τη νομισματική τους μορφή είναι ανάλογη με τα κοινωνικά στρώματα: ο χρυσός συγκεντρώνεται στα χέρια της ιθύνουσας τάξης, εκκλησιαστικών και λαϊκών αρχόντων, καθώς και των μεγάλων εμπόρων- το ασήμι κυκλοφορεί κατ’ εξοχήν στα μεσαία στρώματα, ενώ στην κατώτερη βαθμίδα οι μάζες των φτωχών γνωρίζουν και συναλλάσσονται κατά βάση μόνο με το «μαύρο» νόμισμα, δηλαδή το χάλκινο ή το νόμισμα ανάμειξης χαλκού με μικρή ποσότητα αργύρου.Εμποροι - κιβδηλοποιοί Από τον 15ο κιόλας αιώνα στον ελληνικό χώρο παράλληλα με την περιορισμένη κυκλοφορία των βυζαντινών νομισμάτων (υπέρπυρα, κωσταντινάτα, άσπρα, κεράτια) ευρέως κυκλοφορούν και τα νομίσματα των ευρωπαϊκών χωρών, κυρίως της Βενετίας, τα οποία9/11 βρίσκουν μεγάλη ζήτηση και διάδοση εξαιτίας του καλού και σταθερού τίτλου τους. Τα δημοφιλή βενετικά τσεκίνια - το δολάριο της εποχής -, τα ασημένια δουκάτα, οι λίρες και τα τάλιρα και αργότερα τα φιορίνια, τα μαντζακλιά, τα σκούδα και οι ρεγγίνες, οι ζολότες, τα λουδοβίκεια, τα ούγγαρα, οι ντούπιες, τα ρεάλια και από κοντά τα πιο φτωχά, σολδία και κατρίνια, τιμίνια, γαζέτες και γροσέτα, απαντώνται σχεδόν με διαχρονική και γεωγραφική διάχυση σε όλον τον χώρο της Ανατολής. Τα οθωμανικά νομίσματα που θα κοπούν, χρυσά και ασημένια, θα μιμηθούν στον τύπο τους τα δυτικά (τα οθωμανικά νομίσματα είναι ανεικονικά), παρά την προσπάθεια όμως των αρχών να τα επιβάλουν στους υποτελείς τους δεν θα καταφέρουν να εκδιώξουν τα δυτικά παρά μόνο περιστασιακά και σε περιορισμένη τοπικά κλίμακα. Αλτούν, φλωριά μισίρικα, πολίτικα, φουντούκια, ζερμακούπια, παράδες, γρόσια, άσπρα, ασλάνια και μαγκίρια, από τα πιο διαδεδομένα οθωμανικά νομίσματα, κατώτερα όμως σε τίτλο από τα αντίστοιχό τους ευρωπαϊκά, θα αντιμετωπίζονται πάντα με επιφυλακτικότητα από τους διαχειριστές του χρήματος. Οι έμποροι, εκμεταλλευόμενοι την ακόρεστη δίψα της Ανατολής για το γερό δυτικό νόμισμα, δεν θα διστάσουν να κατακλύσουν τις αγορές με αλλοιωμένα νομίσματα κάθε τύπου κερδοσκοπώντας εις βάρος των απλών ανθρώπων, οι οποίοι αδυνατώντας να ελέγξουν τη γνησιότητά τους τα δέχονταν ως αυθεντικά. Ιδιαίτερα τον 18ο αιώνα, εξαιτίας της μεγάλης και συνεχούς νόθευσης και υποτίμησης του οθωμανικού νομίσματος, οι αγορές της Ανατολής κατακλύζονται από φορτία ολόκληρα δυτικών νομισμάτων που φορτώνουν καράβια από τα λιμάνια της Ευρώπης, τη Νάπολι, την Σικελία, την Γένοβα, το Λιβόρνο, την Μασσαλία και την Ραγούζα. Εκτός όμως από τους ιδιώτες κιβδηλοποιούς η νόθευση του νομίσματος υπήρξε για τους τούρκους σουλτάνους το συνηθέστερο μέσον για να αντεπεξέρχονται στα οικονομικά αδιέξοδα όπου οδηγούνταν εξαιτίας των αλλεπάλληλων εξαντλητικών πολέμων και της μισθοδοσίας στρατιωτικών σωμάτων και πολυάριθμων διοικητικών υπαλλήλων. Οχι μόνο στα επαρχιακά νομισματοκοπεία της αυτοκρατορίας αλλά και σ’ αυτό το ίδιο το κέντρο κόβονται νοθευμένα νομίσματα που μπαίνουν στην κυκλοφορία με όλα τα επίσημα μέσα. Το κακό αυτό νόμισμα όμως που επιβάλλεται στον λαό δεν γίνεται, καθώς είναι ευνόητο, δεκτό από τον ίδιο τον σουλτάνο. Ετσι για την ετήσια απόδοση των φόρων η Πύλη όριζε τα νομίσματα στα οποία θα πρέπει να καταβάλλονται οι φόροι, καθώς και την επίσημη αντιστοιχία τους· και αυτά βεβαίως ήταν τα γερά νομίσματα, χρυσά ή ασημένια. Εν τούτοις η οικονομική δυσπραγία των φορολογουμένων δεν επέτρεπε να τηρούνται πάντα οι κυβερνητικές αποφάσεις· γι’ αυτό συχνά νομίσματα κατώτερα, μικρά αλλά και κάλπικα, «ξίκικα», «κουρεμένα», παρεισέφρεαν στα πουγκιά των φοροεισπρακτόρων. Σε αυτή την περίπτωση ήταν εκείνοι που έπρεπε να κάνουν το «κακό» νόμισμα γερό για να γίνει αποδεκτό και να μπει στο θησαυροφυλάκιο της Πύλης.Το φαινόμενο της αποθησαύρισης Κοντά στις συναλλακτικές λειτουργίες του το νόμισμα έχει και άλλες παράλληλες χρήσεις: αποθησαυρίζεται, μπαίνει στα σεντούκια και κλειδώνεται, κυρίως το χρυσό νόμισμα, αφιερώνεται στις εκκλησίες, «εις την Παναγίαν την βηματάρισα στεφάνι αργυρόν και κρέμονται και τέσσερα φλουριά βενέτικα κι ένα διπλό ζερμακούπι», ή αποτελεί μέρος του γυναικείου στολισμού επιτελώντας έτσι και ρόλο κοσμήματος. Στην περίπτωση αυτή το νόμισμακόσμημα χάνει τη βασική λειτουργία του, «απονομισματοποιείται», και ως πολύτιμο μέταλλο πλέον εξυπηρετεί επιδεικτικές ανάγκες όλων των κοινωνικών στρωμάτων. Φλωριά βενέτικα, τάλιρα ισπανικά, ντούπιες και μαχμουτιέδες αλλά και ταπεινότερα νομίσματα, γρόσια, παράδες, φόλλες, κοσμούν το γυναικείο μπούστο και τον κεφαλόδεσμο, καθώς και την παιδική φορεσιά, οπότε στην περίπτωση αυτή επιτελούν επιπλέον και ρόλο φυλαχτού, γίνονται «χρύσωμα».10/11 Ο αργυραμοιβός και η γυναίκα του σε πίνακα του Quintin Massys (1518)Χρυσά νομίσματα στολίζουν τον μπούστο και τον κεφαλόδεσμο γυναίκας με τοπική φορεσιά της ΑργολίδαςΗ αποθησαύριση, φαινόμενο διαχρονικό και διαστρωματικό, αποτελεί δομικό στοιχείο της οθωμανικής κοινωνίας, η οποία στρέφεται στην αναζήτηση των ισχυρών ευρωπαϊκών νομισμάτων που με τη μορφή μικρών ή μεγάλων «θησαυρών» θα ταφούν σε αυλές, «ετζάκισαν και τους σταυρούς, επήραν τα χαρτία, πολλοί τον τόπον σκάλιζαν να βρίσκωσι φλωρία», θα χτιστούν σε τοίχους, θα καταχωνιαστούν σε σεντούκια ή θα πάρουν τον δρόμο για τις τράπεζες της Δύσης. Ιδιαίτερα η zecca της Βενετίας θα φιλοξενήσει όλη αυτή την περίοδο κόμποσες περιουσίες Ελλήνων όχι μόνο της Διασποράς αλλά και εμπορευομένων στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας. Ολοι επιδιώκουν την απόκτηση των περιζήτητων ισχυρών νομισμάτων, αυτοί όμως που πράγματι έχουν τη δυνατότητα να το πετύχουν είναι κυρίως οι αξιωματούχοι της Πύλης, οι ανώτεροι διοικητικοί υπάλληλοι, οι μονές και ως έναν σημαντικό βαθμό οι έμποροι. Εντυπωσιακό παράδειγμα αποτελεί ο «θησαυρός» του Αλή Πασά για την ποικιλία αλλά και την ποσότητα των νομισμάτων: 6.916.000 συνολικά χρυσά και αργυρά κέρματα δια φόρων τύπων βρέθηκαν σια θησαυροφυλάκιά του. Η νομισματική πανσπερμία που επικρατούσε όλη αυτή τη μακραίωνη περίοδο για αρκετό διάστημα και μάλιστα με προϊούσα ένταση θα συνεχιστεί και στο ελεύθερο ελληνικό κράτος· η κοπή (1828) και η κυκλοφορία (1829) του πρώτου ελληνικού νομίσματος, του φοίνικα, δεν θα επιφέρουν την άμεση απόσυρση όλων των ευρωπαϊκών και οθωμανικών νομισμάτων, τα οποία θα συνεχίσουν παράλληλα να κυκλοφορούν ευρέως στις συναλλαγές για πολλά χρόνια, γεγονός που θα επισύρει την έκδοση σειράς κυβερνητικών διατιμήσεων προκειμένου να καταστεί δυνατός τουλάχιστον ο έλεγχος της αντιστοιχίας τους με το επίσημο πλέον ελληνικό νόμισμα.·11/11
Εισάγετε το όνομά σας. *
Εισάγετε το e-mail σας. *
Μήνυμα
Κάντε ένα σχόλιο για το άρθρο. Το μήνυμα σχολίου σας θα δημοσιοποιηθεί μετά από έγκριση από την αρμόδια Επιτροπή.
*

Σφάλμα

Εισάγετε το όνομά σας.

Σφάλμα

Εισάγετε το e-mail σας.

Σφάλμα

Εισάγετε μήνυμα σχολίου.

Σφάλμα

Προέκυψε ένα λάθος κατά την αποστολή του σχολίου σας, παρακαλώ δοκιμάστε ξανά αργότερα.

Μήνυμα

Το μήνυμα σχολίου απεστάλη επιτυχώς. Θα δημοσιευτεί το συντομότερο δυνατό μετά την έγκριση του από την αρμόδια Επιτροπή.