Η ασφάλεια των σιδηροδρόμων

Η ασφάλεια των σιδηροδρόμων είναι ένα σύστημα πολλαπλών επιπέδων, και όχι απλώς η εγκατάσταση μεμονωμένου εξοπλισμού. Από τα αποτελέσματα αναζήτησης, ο βασικός κίνδυνος των συστημάτων ασφαλείας των σιδηροδρόμων προέρχεται συχνά από θεσμικά κενά, ελλιπή συντήρηση, ανεπαρκές προσωπικό και ελλιπή εποπτεία, παρά από την ίδια την τεχνολογία. Τα ευρωπαϊκά δεδομένα δείχνουν ότι ο αριθμός των σοβαρών σιδηροδρομικών ατυχημάτων στην Ευρώπη έχει μειωθεί από 2230 το 2010 σε 1565 το 2023, με γενική τάση βελτίωσης. Ωστόσο, μεμονωμένες τραγωδίες (όπως το δυστύχημα στα Τέμπη στην Ελλάδα το 2023) αποκαλύπτουν ότι σε ορισμένα δίκτυα, τα συστήματα ασφαλείας στην πραγματικότητα δεν λειτουργούν καθόλου.

Τεχνικά μέτρα: Πώς λειτουργεί η ασφάλεια

Η τεχνική βάση της σιδηροδρομικής ασφάλειας είναι η αποτροπή των συρμών να εισέλθουν σε επικίνδυνες ζώνες. Τα βασικά συστήματα περιλαμβάνουν:

  • Σύστημα κινούμενου αποκλεισμού: Βασίζεται σε πληροφορίες πραγματικού χρόνου για την ταχύτητα, την απόσταση και τη θέση των συρμών, υπολογίζοντας δυναμικά την ασφαλή απόσταση, και όχι με σταθερό τμήμα. Το σύστημα παρακολουθεί συνεχώς, και μόλις παραβιαστεί συνθήκη ασφαλείας, επεμβαίνει αυτόματα για επιβράδυνση ή ακινητοποίηση, αποτρέποντας αποτελεσματικά συγκρούσεις συρμών, υπερβολική ταχύτητα και εκτροχιασμό.
  • Προστασία με φράγματα αποβάθρας: Ο φυσικός διαχωρισμός μεταξύ αποβάθρας και τροχιάς αποτρέπει πτώσεις επιβατών, πρόσβαση σε τροχιές ή εγκλωβισμό σε πόρτες.
  • Ευρωπαϊκό Σύστημα Διαχείρισης Σιδηροδρομικής Κυκλοφορίας (ERTMS/ETCS): Αποτελεί υποχρεωτικό τεχνικό πρότυπο της ΕΕ, με πυρήνα τη λειτουργία Αυτόματης Προστασίας Συρμών (ATP). Ακόμη και αν ο μηχανοδηγός δεν επέμβει, το σύστημα θα επιβάλει πέδηση για να διατηρήσει την ασφαλή απόσταση μεταξύ των συρμών. Η ΕΕ απαιτεί από τα κράτη μέλη να ολοκληρώσουν την εγκατάσταση του ERTMS στο βασικό δίκτυο, στο εκτεταμένο βασικό δίκτυο και στο συνολικό δίκτυο έως το 2030, 2040 και 2050 αντίστοιχα.

Θεσμικά και διαχειριστικά μέτρα: Πιο εύθραυστα από την τεχνολογία

Η τεχνολογία από μόνη της δεν αρκεί. Τα αποτελέσματα αναζήτησης δείχνουν ότι οι αδυναμίες της σιδηροδρομικής ασφάλειας συχνά συγκεντρώνονται σε ανθρώπινους και θεσμικούς παράγοντες:

  • Εποπτεία και ευθύνη: Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θεσπίσει την Οδηγία 2016/798, ορίζοντας σαφώς τις ευθύνες των σιδηροδρομικών επιχειρήσεων, των διαχειριστών υποδομών, των εθνικών ρυθμιστικών αρχών και του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Σιδηροδρόμων, μέσω μηχανισμών πιστοποίησης και επιθεώρησης για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης. Η βρετανική ρυθμιστική αρχή (ORR) επισημαίνει επίσης ότι οι αστοχίες του συστήματος σηματοδότησης μπορεί να έχουν καταστροφικές συνέπειες, απαιτώντας από τους φορείς να διατηρούν επαγρύπνηση για προειδοποιητικά σημάδια, να διερευνούν διεξοδικά τις αστοχίες και να διαχειρίζονται αποτελεσματικά τους κινδύνους.
  • Συντήρηση και διαχείριση πόρων: Η βρετανική ρυθμιστική αρχή απαιτεί από τους φορείς να διατηρούν την ακεραιότητα του λογισμικού των συστημάτων σηματοδότησης, και να αντιμετωπίζουν τα ζητήματα κυβερνοασφάλειας κατά τον σχεδιασμό, την προμήθεια και τη λειτουργία εξοπλισμού ελέγχου και σηματοδότησης.

Η πραγματική κατάσταση στην Ελλάδα: Ένα προειδοποιητικό παράδειγμα

Η Ελλάδα είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα όπου το σύστημα ασφαλείας καταρρέει σε θεσμικό και εκτελεστικό επίπεδο, οδηγώντας σε σοβαρές συνέπειες:

  • Συστημική ανεπάρκεια: Η έρευνα για το δυστύχημα στα Τέμπη αποκάλυψε κακή συντήρηση, υποβαθμισμένες υποδομές και διαρθρωτικές ελλείψεις προσωπικού. Ο διαχειριστής υποδομών ΟΣΕ δεν πραγματοποιούσε προληπτική συντήρηση σε συστήματα ελέγχου, τηλεχειρισμού και σηματοδότησης, επεμβαίνοντας μόνο μετά την αστοχία κρίσιμων εξαρτημάτων. Την εποχή του δυστυχήματος, δεν λειτουργούσε κανένα σύστημα ασφαλείας, ούτε φωτεινή σηματοδότηση, ούτε τηλεχειρισμός, ούτε σύστημα αυτόματης πέδησης.
  • Καθυστερήσεις έργων: Το έργο εγκατάστασης συστημάτων ασφαλείας συγχρηματοδοτούμενο από την ΕΕ ξεκίνησε το 2014, αλλά το 2023 βρισκόταν ακόμη σε κατάσταση καθυστέρησης. Οι συμβάσεις για συστήματα επικοινωνίας και αυτόματης πέδησης από το 2006-2007 δεν εκτελέστηκαν ποτέ πλήρως, με το πόρισμα να επισημαίνει ότι οι πολυεθνικές εταιρείες ανταγωνίζονταν για τα έργα, οδηγώντας σε κατακερματισμό των συμβάσεων και αναποτελεσματική υλοποίηση.
  • Παρεμβάσεις τελευταίας στιγμής: Τον Δεκέμβριο του 2024, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κίνησε διαδικασία επί παραβάσει κατά της Ελλάδας, κατηγορώντας την για μη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις της οδηγίας για την ασφάλεια των σιδηροδρόμων.

Ως απάντηση, η ελληνική κυβέρνηση ενέκρινε σχέδιο δράσης πέντε αξόνων, που περιλαμβάνει τη δημιουργία Ενιαίου Κέντρου Εποπτείας, εφαρμογή πλατφόρμας γεωεντοπισμού railway.gov.gr, αυστηρότερη αξιολόγηση προσωπικού κρίσιμων θέσεων και σύσταση ειδικής ομάδας επιθεωρητών.

Συμπέρασμα

Ο πυρήνας της σιδηροδρομικής ασφάλειας είναι η τεχνολογία, αλλά και η διακυβέρνηση. Τα τεχνικά πρότυπα (όπως το ERTMS/ETCS) είναι εξαιρετικά, αλλά αν ο φορέας εκμετάλλευσης δεν συντηρεί, δεν εκπαιδεύει προσωπικό, δεν διερευνά αστοχίες και δεν έχει ανεξάρτητη εποπτεία, ακόμη και ο καλύτερος εξοπλισμός μπορεί να καταστεί άχρηστος.

Το μάθημα από την ελληνική υπόθεση είναι: Η ασφάλεια δεν είναι «εγκατεστημένος» εξοπλισμός, αλλά «λειτουργικό» σύστημα, που απαιτεί συνεχή επένδυση, αυστηρή εποπτεία και πραγματική λογοδοσία.

Ιστορική εξέλιξη των συστημάτων για τον έλεγχο ασφαλείας (αποφυγή σύγκρουσης)

Η ιστορική εξέλιξη των συστημάτων ασφαλείας (αποφυγής σύγκρουσης) στους σιδηροδρόμους ακολουθεί μια διαδρομή από την ανθρώπινη παρατήρηση στην αυτόματη προστασία.

Ο βασικός κινητήριος μοχλός ήταν πάντα η μείωση της εξάρτησης από την ανθρώπινη κρίση, η οποία είναι επιρρεπής σε λάθη.

Πρώιμη εποχή: Χειροκίνητα σήματα και μηχανική αλληλασφάλιση (1830-1900)

Στην αρχή, ο έλεγχος γινόταν με χειροκίνητα σήματα (ακόμα και με σημαίες) και οι αποφάσεις λαμβάνονταν από τον σταθμάρχη. Καθώς η κυκλοφορία πύκνωνε, οι άνθρωποι άρχισαν να χρησιμοποιούν τηλέγραφο για να επικοινωνούν μεταξύ σταθμών και να συντονίζουν τις κινήσεις.

Η επανάσταση ήρθε με την αλληλασφάλιση (Interlocking). Το πρώτο μηχανικό σύστημα εγκαταστάθηκε το 1856 από τον Saxby στην Αγγλία.

Ο μηχανισμός αυτός κλείδωνε μηχανικά τις αλλαγές τροχιάς με τα σήματα, ώστε να είναι φυσικά αδύνατο ο χειριστής να δώσει εντολή για δύο αντικρουόμενες κινήσεις (π.χ. να ανοίξει δύο διαδρομές που τέμνονται). Αυτή η αρχή της «αδυναμίας πρόκλησης σύγκρουσης» ήταν το θεμέλιο της σύγχρονης ασφάλειας.

Ηλεκτρική εποχή: Κυκλώματα γραμμής και αυτόματο μπλοκ (1900-1920)

Η επόμενη μεγάλη τομή ήταν η εισαγωγή του κυκλώματος γραμμής (track circuit) το 1872 από τον Robinson στις ΗΠΑ. Για πρώτη φορά, το σύστημα μπορούσε να ανιχνεύσει αυτόματα την παρουσία ενός τρένου σε ένα τμήμα της γραμμής (block), χωρίς να βασίζεται σε ανθρώπινη αναφορά.

Αυτό επέτρεψε την εφαρμογή του αυτόματου μπλοκ (Automatic Block), όπου οι σηματοδότες άλλαζαν αυτόματα σε «κόκκινο» όταν ένα τρένο έμπαινε στο τμήμα, χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση. Το 1911 εγκαταστάθηκε το πρώτο σύστημα Απόλυτου Επιτρεπτικού Μπλοκ (APB).

Η εποχή της αυτόματης προστασίας (1920-1960)

Παρά τα σήματα, οι μηχανοδηγοί εξακολουθούσαν να μπορούν να τα αγνοήσουν. Η ανάγκη για αυτόματη επέμβαση οδήγησε στα πρώτα συστήματα Αυτόματης Προστασίας Τρένου (ATP).

  • Μηχανικά συστήματα (1900s-1920s): Χρησιμοποιούσαν έναν μηχανικό βραχίονα (trip arm) δίπλα στη γραμμή. Αν το τρένο περνούσε σήμα «STOP», ο βραχίονας ενεργοποιούσε το φρένο αέρα.
  • Επαγωγικά συστήματα (1920s): Η General Railway Signal παρουσίασε ένα σύστημα με επαγωγικούς βρόχους (inductive loops). Αν το τρένο περνούσε σήμα κινδύνου και ο μηχανοδηγός δεν πατούσε «επιβεβαίωση» εντός 5 δευτερολέπτων, το σύστημα έφερνε το τρένο σε ακινησία.

Το 1920, η αμερικανική επιτροπή Interstate Commerce Commission (ICC) διέταξε 49 εταιρείες να εγκαταστήσουν τέτοια συστήματα.

Σύγχρονη εποχή: Σηματοδότηση καμπίνας και κεντρικός έλεγχος (1920-1980)

  • Σήματα καμπίνας (Cab Signals): Αντί ο μηχανοδηγός να κοιτά έξω, οι ενδείξεις μεταδίδονταν μέσα στο θάλαμο. Το 1923 η Pennsylvania Railroad εγκατέστησε το πρώτο σύστημα συνεχούς επαγωγικού σήματος καμπίνας.
  • Κεντρικός έλεγχος κυκλοφορίας (CTC): Το 1927, ο σιδηρόδρομος New York Central εγκατέστησε το πρώτο Κεντρικό Σύστημα Ελέγχου Κυκλοφορίας. Ένας μόνο χειριστής μπορούσε πλέον να ελέγχει ολόκληρη την κυκλοφορία σε μεγάλο τμήμα από ένα κεντρικό γραφείο.

Ψηφιακή εποχή: Υπολογιστές και ραδιοεπικοινωνία (1980-Σήμερα)

  1. Ηλεκτρονική αλληλασφάλιση: Το 1978 στη Σουηδία εγκαταστάθηκε το πρώτο ηλεκτρονικό σύστημα αλληλασφάλισης που βασιζόταν σε υπολογιστές. Αυτό αντικατέστησε τα ρελέ με λογισμικό, αυξάνοντας την ευελιξία και μειώνοντας το κόστος.
  2. Συστήματα βασισμένα σε επικοινωνία (CBTC/ETCS): Από τη δεκαετία του 1980, άρχισε η χρήση ασύρματης μετάδοσης για τον έλεγχο. Το κορυφαίο παράδειγμα είναι το ETCS (European Train Control System), που αναπτύχθηκε τη δεκαετία του 1990 για να ενοποιήσει τα πολλά ασύμβατα ευρωπαϊκά συστήματα.

Στα υψηλότερα επίπεδά του (Level 2/3), το ETCS επιτρέπει συνεχή επικοινωνία μέσω ραδιοφώνου (GSM-R) και χρήση κινούμενου μπλοκ (moving block), όπου το τρένο γνωρίζει συνεχώς τη θέση του και μεταδίδει την ταχύτητά του, επιτρέποντας πιο πυκνή κυκλοφορία.

  • Σύγχρονα παραδείγματα: Το ATACS στην Ιαπωνία (από τη δεκαετία του 1980) και το PTC στη Βόρεια Αμερική είναι ανάλογα συστήματα που βασίζονται σε ασύρματη επικοινωνία και κατάργησαν τα κυκλώματα γραμμής, με το τρένο να προσδιορίζει μόνο του τη θέση του.

 

Σύνοψη

Η εξέλιξη μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: Από τον άνθρωπο που κουνάει σημαία, στον μηχανισμό που κλειδώνει, στο κύκλωμα που ανιχνεύει, στον υπολογιστή που υπολογίζει, στο ραδιόφωνο που συνδέει. Κάθε στάδιο μείωσε την πιθανότητα ανθρώπινου λάθους και αύξησε την ταχύτητα και την πυκνότητα της κυκλοφορίας.

Συστήματα τηλεδιοίκησης, λειτουγικά χαρακτηριστικά, τρόπος λειτουργίας

Τα συστήματα τηλεδιοίκησης τρένων είναι ολοκληρωμένα συστήματα ελέγχου που χρησιμοποιούνται για την κεντρική παρακολούθηση και τον χειρισμό της σιδηροδρομικής κυκλοφορίας.

Ο πυρήνας τους αποτελείται από σύστημα ηλεκτρονικής αλληλασφάλισης (IXL), σύστημα ελέγχου αμαξοστοιχιών και ασύρματο σύστημα επικοινωνίας, με βασικό στόχο τη διασφάλιση της ασφαλούς και αποδοτικής λειτουργίας των τρένων.

Βασικά λειτουργικά χαρακτηριστικά

Τα βασικά λειτουργικά χαρακτηριστικά του συστήματος τηλεδιοίκησης περιλαμβάνουν:

  • Κεντρικός χειρισμός και απομακρυσμένος έλεγχος: Ο χειριστής στο κέντρο ελέγχου μπορεί να εκτελέσει απομακρυσμένα τον χειρισμό των αλλαγών τροχιάς, των σημάτων κ.λπ.
  • Αυτόματη χάραξη διαδρομής: Επιλέγοντας το σημείο έναρξης και λήξης, το σύστημα αυτόματα υπολογίζει και ρυθμίζει τη διαδρομή κυκλοφορίας του τρένου.
  • Ηλεκτρονική αλληλασφάλιση (IXL): Ο πυρήνας ασφαλείας του συστήματος, που διασφαλίζει μέσω αυστηρής λογικής ότι οι αλλαγές τροχιάς και τα σήματα δεν θα δημιουργήσουν καταστάσεις σύγκρουσης.
  • Αυτόματη απομόνωση: Διατηρεί αυτόματα ασφαλή απόσταση μεταξύ γειτονικών σταθμών, αποτρέποντας τη σύγκρουση τρένων.
  • Παρακολούθηση σε πραγματικό χρόνο και έλεγχος ασφαλείας: Κατά τη διάρκεια της πορείας του τρένου, το σύστημα παρακολουθεί συνεχώς τη θέση και την ταχύτητα, και επεμβαίνει αυτόματα σε περίπτωση υπέρβασης ορίου ή μη εξουσιοδοτημένης κίνησης.

Τρόπος λειτουργίας

Η λειτουργία του συστήματος τηλεδιοίκησης ακολουθεί τη λογική του «κεντρική αποστολή εντολών, επιτόπια εκτέλεση, ανατροφοδότηση επιβεβαίωσης»:

  1. Αποστολή εντολών: Ο χειριστής στο κέντρο ελέγχου εισάγει εντολές μέσω του σταθμού εργασίας, οι οποίες κωδικοποιούνται και αποστέλλονται μέσω του δικτύου επικοινωνίας στον επιτόπιο εξοπλισμό.
  2. Εκτέλεση και επαλήθευση: Ο επιτόπιος εξοπλισμός (όπως οι μηχανισμοί αλλαγής τροχιάς, τα σήματα) εκτελεί τις εντολές και επιστρέφει την κατάσταση εκτέλεσης στο κέντρο ελέγχου.
  3. Ασφαλής λογική: Το σύστημα ηλεκτρονικής αλληλασφάλισης (IXL) εκτελεί λογικούς ελέγχους υψηλής ασφάλειας (όπως πρότυπα SIL 4), διασφαλίζοντας ότι οι εντολές δεν θα προκαλέσουν κινδύνους.
  4. Ασύρματη επικοινωνία: Μέσω συστημάτων όπως το GSM-R, επιτυγχάνεται συνεχής αμφίδρομη επικοινωνία μεταξύ εδάφους και αμαξοστοιχίας, υποστηρίζοντας μετάδοση φωνής και δεδομένων.

Πρακτική εφαρμογή στην Ελλάδα

Στην Ελλάδα, η γραμμή Αθήνα-Θεσσαλονίκη έχει αρχίσει να εφαρμόζει πλήρη τηλεδιοίκηση, με συνδυασμό αυτόματων φωτεινών σημάτων, κεντρικού ελέγχου και του ευρωπαϊκού συστήματος ETCS. Ωστόσο, σύμφωνα με τα αποτελέσματα αναζήτησης, σε ορισμένα τμήματα υπάρχουν ακόμη ελλείψεις: για παράδειγμα, το σύστημα GSM-R είναι ελλιπές και δεν μπορεί να καλύψει την επικοινωνία μεταξύ μηχανοδηγών. Το τμήμα Θεσσαλονίκη-Ειδομένη τέθηκε πρόσφατα σε λειτουργία με νέο σύστημα τηλεδιοίκησης και ETCS Level 1, εξοπλισμό που έλειπε για περίπου 20 χρόνια.

Συνοπτικά, τα συστήματα τηλεδιοίκησης μέσω της ολοκληρωμένης σύνδεσης εδάφους και αμαξοστοιχίας βελτιώνουν σημαντικά την ασφάλεια και την απόδοση της σιδηροδρομικής κυκλοφορίας.

Τεχνολογίες τηλεδιοίκησης τρένων

Οι τεχνολογίες τηλεδιοίκησης τρένων βασίζονται κυρίως στο Ευρωπαϊκό Σύστημα Διαχείρισης Σιδηροδρομικής Κυκλοφορίας (ERTMS),  ένα ενιαίο, διαλειτουργικό σύστημα που στοχεύει να αντικαταστήσει τα περισσότερα από 20 διαφορετικά εθνικά συστήματα ελέγχου και διαχείρισης τρένων που λειτουργούν σήμερα στην Ευρώπη. Σκοπός του είναι να δημιουργήσει ένα απρόσκοπτο, πανευρωπαϊκό σιδηροδρομικό δίκτυο, βελτιώνοντας τη διασυνοριακή διαλειτουργικότητα, την ασφάλεια και την αποδοτικότητα.

Το ERTMS αποτελείται από δύο βασικά υποσυστήματα :

  1. Ευρωπαϊκό Σύστημα Ελέγχου Αμαξοστοιχιών (ETCS): Πρόκειται για ένα ενιαίο σύστημα αυτόματης προστασίας αμαξοστοιχιών (ATP) που αντικαθιστά τα διάφορα εθνικά συστήματα. Παρέχει συνεχή παρακολούθηση της ταχύτητας και μπορεί να επέμβει αυτόματα για πέδηση σε περίπτωση κινδύνου .
  2. Σύστημα κινητών ραδιοεπικοινωνιών σιδηροδρόμων (GSM–R): Είναι ένα ασύρματο σύστημα που βασίζεται στο πρότυπο GSM και χρησιμοποιεί συχνότητες ειδικά δεσμευμένες για σιδηροδρομικές εφαρμογές. Παρέχει φωνητική και δεδομένα επικοινωνία μεταξύ των τρένων και των κέντρων ελέγχου.

Πώς λειτουργεί (παράδειγμα επιπέδου 2)

Στην πιο διαδεδομένη διαμόρφωσή του, το ETCS Level 2, η λειτουργία βασίζεται σε συνεχή ραδιοεπικοινωνία:

  • Επικοινωνία: Το τρένο επικοινωνεί μέσω του δικτύου GSM–R με ένα κεντρικό υπολογιστικό σύστημα στην ξηρά, το Κέντρο Ραδιοφωνικού Αποκλεισμού (Radio Block Centre – RBC).
  • Προσδιορισμός θέσης: Οι Eurobalises (σταθεροί πομποδέκτες στο έδαφος) λειτουργούν ως σημεία αναφοράς θέσης.
  • Έλεγχος και ασφάλεια: Το RBC γνωρίζει τη θέση των τρένων και στέλνει συνεχώς “άδειες κίνησης” στο τρένο, υπολογίζοντας δυναμικά την ασφαλή απόσταση ακολουθίας (κινούμενος αποκλεισμός). Ο υπολογιστής του τρένου (EVC) παρακολουθεί συνεχώς την ταχύτητα και την απόσταση πέδησης, επεμβαίνοντας αυτόματα αν ο μηχανοδηγός δεν συμμορφωθεί .

Χρονοδιάγραμμα και θεσμικό πλαίσιο

Η ανάπτυξη του ERTMS είναι υποχρεωτική βάσει του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1679 για το Διευρωπαϊκό Δίκτυο Μεταφορών (TEN-T) :

  • Βασικό δίκτυο (Core Network): Έως το 2030.
  • Εκτεταμένο βασικό δίκτυο (Extended Core Network): Έως το 2040.
  • Συνολικό δίκτυο (Comprehensive Network): Έως το 2050.

Ο Οργανισμός Σιδηροδρόμων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ERA) λειτουργεί ως η αρχή συστήματος για το ERTMS, υπεύθυνος για τη διαχείριση και την εξέλιξη των τεχνικών προδιαγραφών. Η μετάβαση από το GSM-R στο μελλοντικό Σύστημα Μελλοντικών Κινητών Επικοινωνιών Σιδηροδρόμων (FRMCS), βασισμένο σε τεχνολογία 5G, βρίσκεται σε εξέλιξη .

Η κατάσταση στην Ελλάδα

Η Ελλάδα αντιμετωπίζει γνωστές προκλήσεις στην ανάπτυξη του ERTMS. Σύμφωνα με πρόσφατες απαντήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Σεπτέμβριος 2026):

  • Ο Οργανισμός Σιδηροδρόμων της ΕΕ (ERA) υποστηρίζει την Ελλάδα, κατόπιν αιτήματός της, στην ανάπτυξη ενός αποτελεσματικού σχεδίου εγκατάστασης του ERTMS.
  •  Η Ελλάδα προετοιμάζει αυτό το εθνικό σχέδιο ανάπτυξης, το οποίο αναμένεται να κοινοποιηθεί στην Επιτροπή τους επόμενους μήνες.
  • Ένα ευρωπαϊκό έργο τεχνικής υποστήριξης βοηθά τα ελληνικά ενδιαφερόμενα μέρη στην υλοποίηση της ενωσιακής νομοθεσίας για την ασφάλεια και τη διαλειτουργικότητα, με το ERTMS να αποτελεί κεντρικό τομέα.
  • Ωστόσο, εκκρεμεί διαδικασία επί παραβάσει (INFR(2023)2036) κατά της Ελλάδας για μη συμμόρφωση με την Οδηγία για την Ασφάλεια των Σιδηροδρόμων, η οποία αφορά ευρύτερες συστημικές ελλείψεις και δεν σχετίζεται άμεσα με την ανάπτυξη του ETCS.

Σύνοψη

Το ERTMS είναι ο ακρογωνιαίος λίθος για τη δημιουργία ενός ενιαίου ευρωπαϊκού σιδηροδρομικού χώρου. Παρέχει το τεχνικό πλαίσιο για διασυνοριακή ασφάλεια και αποδοτικότητα, αντικαθιστώντας σταδιακά τα παλαιότερα εθνικά συστήματα. Η έγκαιρη και συντονισμένη εφαρμογή του, ωστόσο, αποτελεί σημαντική πρόκληση για πολλά κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας.

Πώς λειτουργεί η τηλεδιοίκηση στην πράξη

Η τηλεδιοίκηση επιτρέπει στους χειριστές να παρακολουθούν και να ελέγχουν την κυκλοφορία των τρένων σε πραγματικό χρόνο από ένα κεντρικό σημείο. Το ETCS λειτουργεί ως ένα προηγμένο σύστημα προστασίας που μεταδίδει συνεχώς πληροφορίες στο τρένο. Αν το τρένο πλησιάσει επικίνδυνα σε σήμα κινδύνου, το σύστημα επεμβαίνει αυτόματα μειώνοντας την ταχύτητα ή σταματώντας το τρένο, μειώνοντας δραστικά την πιθανότητα ανθρώπινου λάθους .

Η κατάσταση στην Ελλάδα

Στην Ελλάδα, ο κύριος άξονας Αθήνα – Θεσσαλονίκη έχει πλέον ενσωματώσει πλήρη συστήματα σηματοδότησης, τηλεδιοίκησης και ETCS. Παράλληλα, λειτουργεί η πλατφόρμα railway.gov.gr, η οποία χρησιμοποιεί δορυφορική τεχνολογία για τον εντοπισμό των αμαξοστοιχιών με ακρίβεια εκατοστών, ανανεώνοντας τα δεδομένα θέσης κάθε δευτερόλεπτο. Το τμήμα Θεσσαλονίκη – Ειδομένη απέκτησε πρόσφατα ETCS Level 1, διευκολύνοντας τη σύνδεση με το ευρωπαϊκό δίκτυο.

Μελλοντικές εξελίξεις

Ο τομέας κινείται προς συστήματα υψηλότερου αυτοματισμού (GoA) και τηλεχειρισμού. Πειράματα στην Ευρώπη δοκιμάζουν τον έλεγχο τρένων από απόσταση μέσω δικτύων 5G, με στόχο την αύξηση της αποδοτικότητας και τη μείωση του φόρτου εργασίας, ειδικά σε ελιγμούς σε αμαξοστάσια. Παράλληλα, το FRMCS αναπτύσσεται για να αντικαταστήσει το παλαιότερο GSM-R, προσφέροντας ταχύτερη και πιο αξιόπιστη επικοινωνία.

Η αξιοπιστία των συστημάτων που εφαρμόζονται σήμερα

Η αξιοπιστία των σημερινών συστημάτων τηλεδιοίκησης τρένων (όπως το ETCS) είναι θεωρητικά πολύ υψηλή, αλλά στην πράξη εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ωριμότητα της εγκατάστασης και τη συνέπεια λειτουργίας σε κάθε δίκτυο. Με απλά λόγια: το ευρωπαϊκό πρότυπο σχεδιάστηκε με πολύ υψηλές προδιαγραφές αξιοπιστίας, αλλά η πραγματική εμπειρία ποικίλλει, από αποδεδειγμένα βελτιωμένη ασφάλεια έως σοβαρές ελλείψεις λειτουργικότητας.

Θεωρητικά πρότυπα αξιοπιστίας

Σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές προδιαγραφές (ERTMS/ETCS), το σύστημα σχεδιάζεται με εξαιρετικά υψηλούς στόχους:

  • Διαθεσιμότητα: Οι προδιαγραφές για τον εξοπλισμό του ETCS απαιτούν διαθεσιμότητα ≥ 99,96% . Αυτό σημαίνει ότι το σύστημα αναμένεται να είναι λειτουργικό σχεδόν όλη την ώρα.
  • Αξιοπιστία: Ο Μέσος Χρόνος Μεταξύ Βλαβών (MTBF) για τον εξοπλισμό του ETCS στο τρένο αναφέρεται ότι ξεπερνά τις 23.000 ώρες λειτουργίας .
  • Επίπεδο ασφάλειας: Το σύστημα πιστοποιείται στο υψηλότερο επίπεδο ακεραιότητας ασφάλειας SIL 4, που σημαίνει εξαιρετικά χαμηλή πιθανότητα επικίνδυνης αστοχίας .

Παρά τα αυστηρά πρότυπα, η πραγματική αξιοπιστία επηρεάζεται από παράγοντες όπως η πολυπλοκότητα, η συντήρηση και οι τοπικές συνθήκες.

  • Αποδεδειγμένα οφέλη ασφάλειας (θετικό παράδειγμα): Στην Τσεχία, μετά την εφαρμογή του ETCS σε αποκλειστική λειτουργία, διαπιστώθηκε ότι κανένα τρένο δεν πέρασε σήμα “STOP“ σε διάστημα έξι μηνών. Αυτό αποδεικνύει ότι, όταν λειτουργεί σωστά, το σύστημα βελτιώνει αισθητά την ασφάλεια.
  • Ζητήματααξιοπιστίας στηλειτουργία:
    • Πολυπλοκότητα: Σουηδικά δεδομένα έδειξαν ότι οι γραμμές με ERTMS (ETCS) είχαν υψηλότερο αριθμό βλαβών ανά 1.000 λογικά αντικείμενα σε σύγκριση με τα συμβατικά συστήματα ATC, λόγω της μεγαλύτερης πολυπλοκότητάς τους .
    • Ραδιοεπικοινωνίες (GSM–R): Παρόλο που το GSM-R θεωρείται αξιόπιστο, αναφέρονται προβλήματα όπως παρεμβολές και αποτυχίες στη μεταβίβαση κλήσεων (handover), ειδικά σε διασυνοριακές περιοχές.
    • Απώλειες συνδέσεων: Οι προδιαγραφές για τον ρυθμό απώλειας συνδέσεων είναι αυστηρές (<10^-2), αλλά στην πράξη είναι δύσκολο να επιτευχθούν σε όλες τις συνθήκες, με αποτέλεσμα να σημειώνονται αποσυνδέσεις.

Η Ελληνική πραγματικότητα: Μια ιδιαίτερη περίπτωση

Στην Ελλάδα, η συζήτηση για την αξιοπιστία του ETCS είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την τραγωδία των Τεμπών και τις μετέπειτα εξελίξεις.

Η κατάσταση χαρακτηρίζεται από σοβαρές καθυστερήσεις και λειτουργικούς περιορισμούς:

  • Μη λειτουργικότητα: Παρά τις επανειλημμένες δεσμεύσεις της κυβέρνησης, ο Διευθύνων Σύμβουλος του ΟΣΕ δήλωσε τον Ιούλιο του 2026 ότι το ETCS “δεν λειτουργεί σήμερα” σε κανένα σημείο του δικτύου.
  • Περιορισμένη λειτουργικότητα (“κουτσουρεμένο” ETCS): Ακόμη και όταν ξεκινήσει η λειτουργία του, η Ρυθμιστική Αρχή Σιδηροδρόμων (ΡΑΣ) έχει εγκρίνει ένα μειωμένων δυνατοτήτων σύστημα. Σύμφωνα με τις αποφάσεις, το σύστημα δεν θα επιτηρεί αυτόματα τους προσωρινούς περιορισμούς ταχύτητας (οι βραδυπορίες θα διαχειρίζονται χειροκίνητα), δεν θα ανιχνεύει θραύσεις σιδηροτροχιάς και δεν θα αποκλείει αυτόματα γραμμές για εργασίες.
  • Προβλήματα σε οχήματα: Η ΡΑΣ εντόπισε ότι 100 οχήματα (περίπου 70 συρμοί) της Hellenic Train δεν πληρούν τις ευρωπαϊκές προδιαγραφές για τη σωστή λειτουργία του ETCS.
  • Αποσπασματική κάλυψη: Το σύστημα GSM-R (ψηφιακές επικοινωνίες) λείπει από τμήματα όπως Τιθορέα–Λάρισα και βόρεια της Θεσσαλονίκης.

Συμπέρασμα

Η αξιοπιστία του ETCS δεν είναι ένα ενιαίο μέγεθος. Στα χαρτιά και σε ώριμα δίκτυα, είναι ένα εξαιρετικά αξιόπιστο και ασφαλές σύστημα. Στην πράξη, όμως, η απόδοσή του εξαρτάται από το πόσο καλά είναι σχεδιασμένο, εγκατεστημένο και συντηρημένο το κάθε δίκτυο.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, η αξιοπιστία του συστήματος πλήττεται σοβαρά από τις καθυστερήσεις, τους λειτουργικούς περιορισμούς και τα προβλήματα συμβατότητας του τροχαίου υλικού.

Πως αποτρέπεται η σύγκρουση συρμών;

Η αποφυγή σύγκρουσης τρένων επιτυγχάνεται μέσω ενός πολυεπίπεδου συστήματος τεχνικών και διαδικαστικών μέτρων που λειτουργούν συμπληρωματικά. Κανένα μεμονωμένο σύστημα δεν αρκεί από μόνο του, καθώς η σιδηροδρομική ασφάλεια βασίζεται στην αρχή της αλληλοεπικάλυψης (redundancy).

1. Ανίχνευση θέσης τρένων

Ο πρώτος πυλώνας είναι η γνώση του πού βρίσκεται κάθε τρένο ανά πάσα στιγμή. Παραδοσιακά, αυτό γίνεται μέσω ηλεκτρικών κυκλωμάτων γραμμής (track circuits) που ανιχνεύουν την παρουσία τρένου σε ένα τμήμα της γραμμής.

Σύγχρονα συστήματα, όπως το ATACS στην Ιαπωνία, χρησιμοποιούν ασύρματη μετάδοση όπου το ίδιο το τρένο υπολογίζει τη θέση του με ακρίβεια ±0,5% και τη στέλνει στο κέντρο ελέγχου.

2. Ηλεκτρονική αλληλασφάλιση (Interlocking)

Η αλληλασφάλιση είναι ο αυστηρός λογικός ελεγκτής που διασφαλίζει ότι οι αλλαγές τροχιάς και τα σήματα δεν μπορούν να ρυθμιστούν με τρόπο που να επιτρέπει σύγκρουση. Δίνει εντολή για κίνηση μόνο όταν η διαδρομή είναι ελεύθερη, οι αλλαγές είναι στη σωστή θέση και δεν υπάρχει άλλο τρένο στην πορεία.

3. Σηματοδότηση και μεταβίβαση ταχύτητας

Το σύστημα μεταδίδει στο τρένο τη μέγιστη επιτρεπόμενη ταχύτητα για το τμήμα που κινείται. Αυτό γίνεται είτε με φωτεινούς σηματοδότες, είτε με καμπίνα σηματοδότησης (cab signaling) όπου η πληροφορία εμφανίζεται απευθείας στον μηχανοδηγό, είτε ψηφιακά μέσω ETCS.

4. Αυτόματη προστασία τρένου (ATP)

Ο κρίσιμος μηχανισμός ασφαλείας είναι το ATP (Automatic Train Protection). Αν το τρένο υπερβεί την επιτρεπόμενη ταχύτητα ή πλησιάσει σημείο όπου πρέπει να σταματήσει, το σύστημα επεμβαίνει αυτόματα εφαρμόζοντας πέδηση, ανεξάρτητα από τις ενέργειες του μηχανοδηγού. Το ETCS διαθέτει δύο καμπύλες ελέγχου: την καμπύλη προειδοποίησης και την καμπύλη πέδησης έκτακτης ανάγκης.

5. Σύγχρονα συστήματα: ETCS και Moving Block

Το ETCS (European Train Control System) αποτελεί το ευρωπαϊκό πρότυπο. Στα υψηλότερα επίπεδα λειτουργίας (Level 2/3), το σύστημα παρέχει συνεχή παρακολούθηση και χρησιμοποιεί την αρχή του κινούμενου μπλοκ (moving block). Σε αντίθεση με τα σταθερά τμήματα, το moving block υπολογίζει δυναμικά την ασφαλή απόσταση με βάση την ταχύτητα, το βάρος και την ικανότητα πέδησης του τρένου . Αυτό επιτρέπει πιο πυκνή κυκλοφορία χωρίς συμβιβασμούς στην ασφάλεια.

6. Εφεδρικά και εναλλακτικά μέτρα

Πέραν των κύριων συστημάτων, υπάρχουν και συμπληρωματικά μέτρα:

  • Κέντρα ελέγχου κυκλοφορίας: Επιτηρούν το δίκτυο και μπορούν να επέμβουν.
  • Επικοινωνία V2V: Πειραματικά συστήματα όπου τα τρένα ανταλλάσσουν απευθείας θέση και ταχύτητα.
  • Φυσικά εμπόδια: Σε σταθμούς, οι πόρτες πλατφόρμας αποτρέπουν πρόσβαση στις γραμμές.

Στην Ελληνική πραγματικότητα

Η αποτελεσματικότητα αυτών των μηχανισμών εξαρτάται από την πλήρη και σωστή εφαρμογή τους. Όπως έχει επισημανθεί, στην Ελλάδα το ETCS δεν λειτουργεί σήμερα σε κανένα σημείο του δικτύου, και ακόμη και όταν ενεργοποιηθεί, θα είναι μειωμένων δυνατοτήτων, για παράδειγμα, δεν θα επιτηρεί αυτόματα τους προσωρινούς περιορισμούς ταχύτητας. Αυτό σημαίνει ότι το κρίσιμο επίπεδο αυτόματης προστασίας (ATP) λείπει ή είναι ελλιπές, αφήνοντας την ασφάλεια σε μεγάλο βαθμό στην ανθρώπινη συμμόρφωση, μια διαδικασία που έχει αποδειχθεί ότι μπορεί να αποτύχει.

Με άλλα λόγια, η τεχνολογία για την αποφυγή συγκρούσεων υπάρχει και είναι ώριμη. Το ζητούμενο είναι η πλήρης, αδιάλειπτη και χωρίς εξαιρέσεις εφαρμογή της.

Συστήματα ασφαλείας (αποφυγής σύγκρουσης) στους σιδηροδρόμους

Τα συστήματα σιδηροδρομικής ασφάλειας (αποφυγής σύγκρουσης) είναι τεχνολογικά συστήματα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη συγκρούσεων τρένων, εκτροχιασμών λόγω υπερβολικής ταχύτητας και άλλων σοβαρών ατυχημάτων. Ο πυρήνας τους είναι μέσω της συνεχούς παρακολούθησης της θέσης και της ταχύτητας του τρένου, και η αυτόματη λήψη μέτρων (όπως πέδηση έκτακτης ανάγκης) όταν ο μηχανοδηγός δεν ενεργήσει έγκαιρα, για να αποφευχθεί η είσοδος του τρένου σε επικίνδυνη ζώνη.

Κύρια τεχνικά χαρακτηριστικά

Τα σύγχρονα συστήματα αποφυγής σύγκρουσης συνήθως περιλαμβάνουν τις ακόλουθες βασικές λειτουργίες:

  • Προστασία αυτόματης πέδησης: Όταν το τρένο υπερβεί την ασφαλή ταχύτητα ή πλησιάζει σήμα κινδύνου/όριο κίνησης, το σύστημα εφαρμόζει αυτόματα πέδηση έκτακτης ανάγκης, χωρίς να απαιτείται ενέργεια από τον μηχανοδηγό.
  • Παρακολούθηση ορίου ταχύτητας: Παρακολουθεί συνεχώς την πραγματική ταχύτητα του τρένου και τη συγκρίνει με το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας του τμήματος, αποτρέποντας εκτροχιασμούς λόγω υπερβολικής ταχύτητας.
  • Προστασία εργασιών και διακόπτη: Διασφαλίζει ότι το τρένο σταματά πριν εισέλθει σε ζώνη εργασιών, και ελέγχει ότι οι διακόπτες βρίσκονται στη σωστή θέση.

Κύρια τεχνικά πρότυπα και παραδείγματα εφαρμογής

Τα συστήματα αποφυγής σύγκρουσης παγκοσμίως έχουν εξελιχθεί από τα αρχικά μηχανικά συστήματα σε σημερινά συστήματα ελέγχου βασισμένα σε ψηφιακές επικοινωνίες. Ακολουθούν αντιπροσωπευτικά παραδείγματα:

ΣύστημαΧώρα/ΠεριοχήΚύρια χαρακτηριστικά
ETCSΕυρωπαϊκή ΈνωσηΕυρωπαϊκό ενιαίο πρότυπο, χρησιμοποιεί μπαλέζες και ασύρματη επικοινωνία για μετάδοση πληροφοριών, επιτυγχάνοντας διασυνοριακή διαλειτουργικότητα
PTCΗνωμένες ΠολιτείεςΧρησιμοποιεί δορυφορική πλοήγηση και ασύρματη επικοινωνία, υποχρεωτικά εγκατεστημένο σε κύριες γραμμές, με δυνατότητα αποφυγής τεσσάρων τύπων ατυχημάτων
ATACSΙαπωνίαΤο τρένο εντοπίζει αυτόνομα τη θέση του, επικοινωνεί απευθείας μέσω ασύρματου δικτύου με το κέντρο ελέγχου, μειώνοντας τον εξοπλισμό εδάφους
KavachΙνδίαΑνεξάρτητα αναπτυγμένο τοπικό σύστημα ATP, με πιστοποίηση SIL-4, υποστηρίζει λειτουργίες αποφυγής σύγκρουσης, υπερβολικής ταχύτητας και επείγουσας βοήθειας

Περιορισμοί και πραγματικές συνθήκες

Αξίζει να σημειωθεί ότι ακόμη και τα πιο προηγμένα συστήματα δεν μπορούν να αποτρέψουν όλα τα ατυχήματα. Για παράδειγμα, το PTC στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορεί να αποτρέψει αποτελεσματικά συγκρούσεις που συμβαίνουν κάτω από περιορισμούς ταχύτητας (όπως σε συνθήκες χαμηλής ορατότητας με ταχύτητα κάτω από 20 mph). Επομένως, η ασφάλεια των σιδηροδρόμων είναι ένα πολυεπίπεδο σύστημα, και τα τεχνικά μέσα πρέπει να συνδυάζονται με κανόνες λειτουργίας, εκπαίδευση προσωπικού και άλλα μέτρα για να λειτουργήσουν πλήρως.

Τι προβλήματα δημιουργούνται στα ενσύρματα συστήματα ελέγχου και τι γίνεται αν κοπεί ή αφαιρεθεί το καλώδιο;

Τα ενσύρματα συστήματα ελέγχου, όπως τα κυκλώματα γραμμής (track circuits), είναι ευάλωτα σε μια σειρά από προβλήματα που μπορούν να οδηγήσουν σε αστοχία. Όταν ένα καλώδιο κοπεί ή αφαιρεθεί, το σύστημα είναι σχεδιασμένο να αποτυγχάνει με ασφαλή τρόπο, αλλά αυτό προκαλεί σημαντικές καθυστερήσεις.

Τι συμβαίνει όταν κοπεί ή αφαιρεθεί το καλώδιο;

Η πιο συνηθισμένη αιτία κοψίματος καλωδίων είναι η κλοπή χαλκού, λόγω της υψηλής τιμής του μετάλλου. Όταν συμβεί αυτό:

  • Το σύστημα αποτυγχάνει με ασφάλεια (Fail–Safe): Τα κυκλώματα γραμμής είναι σχεδιασμένα έτσι ώστε αν κοπεί το καλώδιο, το κύκλωμα να διακοπεί και το σύστημα να θεωρήσει ότι υπάρχει τρένο στο τμήμα εκείνο . Αυτό αναγκάζει τα σήματα να πέσουν στο κόκκινο, σταματώντας την κυκλοφορία για λόγους ασφαλείας.
  • Καθυστερήσεις και ακύρωση δρομολογίων: Η σιδηροδρομική κυκλοφορία σταματά ή επιβραδύνεται δραστικά, προκαλώντας τεράστιες καθυστερήσεις. Για παράδειγμα, στο Ηνωμένο Βασίλειο, η κλοπή καλωδίων προκάλεσε πάνω από 5.300 ώρες καθυστέρησης σε ένα μόνο έτος.
  • Κίνδυνος ηλεκτροπληξίας: Οι κλέφτες διατρέχουν σοβαρό κίνδυνο ηλεκτροπληξίας, καθώς τα καλώδια μπορεί να είναι συνδεδεμένα με συστήματα υψηλής τάσης.
  • Κόστος αποκατάστασης: Το κόστος αντικατάστασης του καλωδίου και οι ώρες εργασίας για την αποκατάσταση είναι πολύ μεγαλύτερα από την αξία του χαλκού.

Άλλα προβλήματα στα ενσύρματα συστήματα

Πέρα από την κλοπή, τα ενσύρματα συστήματα αντιμετωπίζουν και άλλα τεχνικά ζητήματα:

  • Απώλεια ευαισθησίας ανίχνευσης (Loss of Shunt): Μια σπάνια αλλά επικίνδυνη αστοχία όπου το κύκλωμα χάνει την ικανότητά του να ανιχνεύει τρένα στο κέντρο του τμήματος . Αυτό μπορεί να συμβεί λόγω μικρών βλαβών στη μόνωση ή παρεμβολών, δημιουργώντας παράπλευρα κυκλώματα που παρακάμπτουν το τρένο.
  • Παρασιτικές ταλαντώσεις (Parasitic Oscillations): Σε ορισμένα συστήματα, οι ενισχυτές ισχύος μπορούν να παράγουν ψευδή σήματα που μιμούνται το σήμα του κυκλώματος. Αυτό μπορεί να οδηγήσει το σύστημα να πιστέψει λανθασμένα ότι το τμήμα είναι ελεύθερο, ενώ στην πραγματικότητα υπάρχει τρένο.
  • Παρεμβολές από θόρυβο: Οι ηλεκτρικές παρεμβολές από το περιβάλλον (π.χ. κεραυνοί) μπορούν να προκαλέσουν ψευδείς ενδείξεις ή αστάθεια στη λειτουργία του συστήματος.

Σύνοψη

Τα ενσύρματα συστήματα ελέγχου είναι θεμελιώδη για την ασφάλεια των σιδηροδρόμων, αλλά η φυσική τους υπόσταση τα καθιστά ευάλωτα σε εξωτερικούς παράγοντες.

Όταν ένα καλώδιο κοπεί, το σύστημα σταματά την κυκλοφορία για λόγους ασφαλείας, προκαλώντας καθυστερήσεις. Ωστόσο, υπάρχουν και πιο ύπουλες αστοχίες, όπως η απώλεια ανίχνευσης, που μπορεί να οδηγήσουν σε επικίνδυνες καταστάσεις αν δεν εντοπιστούν έγκαιρα.

Συστήματα GPS για τον προσδιορισμό της θέσης των συρμών

Τα συστήματα GPS (ή γενικότερα GNSS) για τον προσδιορισμό θέσης συρμών χρησιμοποιούνται ευρέως, αλλά δεν λειτουργούν ποτέ μόνα τους σε εφαρμογές που απαιτούν υψηλή ασφάλεια. Ο ρόλος τους είναι συνήθως υποστηρικτικός ή συμπληρωματικός στα παραδοσιακά ενσύρματα συστήματα.

Πώς χρησιμοποιούνται στην πράξη

Στην ελληνική σιδηροδρομική πραγματικότητα, υπάρχει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα εφαρμογής:

Η πλατφόρμα railway.gov.gr αποτελεί ένα σύστημα παρακολούθησης που βασίζεται σε GNSS και λειτουργεί συμπληρωματικά με τα υπάρχοντα συστήματα. Η τεχνολογία που χρησιμοποιείται περιλαμβάνει:

  • Δέκτες GNSS/INS (Trimble) με διορθώσεις RTK από το ελληνικό σύστημα HEPOS.
  • Ακρίβεια: Επίπεδο εκατοστών (<0,5 m) σε ανοιχτό ουρανό, <5 m σε υποβαθμισμένες συνθήκες.
  • Δορυφορική σύνδεση: Μέσω Starlink για μετάδοση δεδομένων
  • Ενημέρωση: Κάθε δευτερόλεπτο.

Το σύστημα αυτό δεν είναι πιστοποιημένο για σιδηροδρομική ασφάλεια (SIL) και λειτουργεί μόνο για ενημέρωση και επίγνωση της κατάστασης (situational awareness), όχι για έλεγχο σηματοδότησης.

Τα θεμελιώδη προβλήματα των GNSS στον σιδηρόδρομο

Η χρήση GNSS για θέση συρμών αντιμετωπίζει σοβαρούς περιορισμούς που καθιστούν απαραίτητη τη χρήση άλλων τεχνολογιών παράλληλα:

ΠρόβλημαΠεριγραφή
Σήραγγες και στενάΤο σήμα χάνεται για λεπτά, απαιτώντας αδρανειακούς σένσορες (IMU) για συνέχιση
Πολυδιαδρομικότητα (Multipath)Σήματα που ανακλώνται από κτίρια ή συρμούς προκαλούν σφάλματα από εκατοστά έως εκατό μέτρα
Παρεμβολές (Jamming)Σε δημόσιες περιοχές κοντά σε αυτοκινητόδρομους, οι παρεμβολές είναι συχνές
Παράλληλες γραμμέςΓραμμές που απέχουν μόλις 3-4 μέτρα είναι δύσκολο να διακριθούν με σφάλματα GNSS 5-10 m

Η υποχρεωτική αρχιτεκτονική: GNSS + σένσορες + Χάρτης

Για εφαρμογές ασφαλείας, το GNSS δεν είναι ποτέ το μοναδικό μέσο. Η πρότυπη αρχιτεκτονική (OCORA LOC-OB) περιλαμβάνει:

  • GNSS δέκτη ως βασικό αισθητήρα
  • Αδρανειακή μονάδα (IMU) για κάλυψη κενών σήματος
  • Οδόμετρο (από τις ρόδες) για ταχύτητα
  • Ψηφιακό χάρτη με τοπολογία γραμμών για περιορισμό της θέσης σε πιθανές τροχιές

Απαιτήσεις ασφαλείας

Όταν το GNSS χρησιμοποιείται για σκοπούς σηματοδότησης, οι απαιτήσεις είναι εξαιρετικά αυστηρές. Για παράδειγμα, το πρότυπο SIL 4 απαιτεί λιγότερες από 1 επικίνδυνη αστοχία ανά 10⁹ ώρες λειτουργίας. Το GNSS από μόνο του δεν μπορεί να εγγυηθεί κάτι τέτοιο, γι’ αυτό και απαιτείται υβριδική αρχιτεκτονική με πολλαπλούς αισθητήρες.

Σύνοψη

Τα συστήματα GPS για συρμούς είναι πολύτιμα εργαλεία για παρακολούθηση, ενημέρωση επιβατών και βελτιστοποίηση κυκλοφορίας. Ωστόσο, για τον έλεγχο ασφαλείας (αποφυγή σύγκρουσης), το GNSS λειτουργεί μόνο σε συνδυασμό με αδρανειακούς αισθητήρες, οδόμετρα και ψηφιακούς χάρτες, και ακόμη και τότε απαιτούνται αυστηρές διαδικασίες πιστοποίησης που δεν έχουν ακόμη ολοκληρωθεί πλήρως για εφαρμογές SIL 4.

Ποιό ήταν το αντικείμενο της σύμβασης 717 στην Ελλάδα

Η Σύμβαση 717 αφορούσε την αποκατάσταση και αναβάθμιση του συστήματος σηματοδότησης, τηλεδιοίκησης και αντικατάστασης 70 αλλαγών τροχιάς στον σιδηροδρομικό άξονα Αθήνα – Θεσσαλονίκη – Προμαχώνας (εξαιρουμένου του τμήματος Τιθορέα – Δομοκός).

Βασικά στοιχεία της σύμβασης

ΣτοιχείοΠληροφορία
ΑντικείμενοΣηματοδότηση, τηλεδιοίκηση, αλλαγές τροχιάς
ΑνάδοχοςAlstom Transport
ΥπογραφήΣεπτέμβριος 2014
Αρχική προθεσμία2016
Ολοκλήρωση20 Σεπτεμβρίου 2023
ΧρηματοδότησηΣυγχρηματοδοτούμενη από την ΕΕ

Ο σκοπός του έργου

Το έργο είχε ως στόχο την ανασύσταση και ομογενοποίηση των συστημάτων ασφαλείας, καθώς τα προηγούμενα συστήματα που είχαν εγκατασταθεί από το 1985 έως το 2001 δεν λειτούργησαν ποτέ ενιαία. Η σύμβαση αποτελούσε μέρος του ευρύτερου σχεδιασμού για την εφαρμογή του Ευρωπαϊκού Συστήματος Διαχείρισης Σιδηροδρομικής Κυκλοφορίας (ERTMS).

Προβλήματα και καθυστερήσεις

Το έργο αντιμετώπισε σοβαρές καθυστερήσεις:

  • 2016: Απορροφήθηκε μόνο το 18% του έργου
  • 2023 (Φεβρουάριος): Το έργο δεν ήταν σε λειτουργία κατά το δυστύχημα στα Τέμπη
  • Χορηγήθηκαν πολλαπλές παρατάσεις μέχρι το 2023

Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία διερεύνησε τη διαχείριση των κοινοτικών κονδυλίων, με κατηγορίες για απιστία σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ και του Ελληνικού Δημοσίου, συνολικού ύψους άνω των 120.000 ευρώ. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, αν η σύμβαση είχε ολοκληρωθεί εγκαίρως, «θα αποφευγόταν μετά βεβαιότητας» το δυστύχημα των Τεμπών.

Σχετικά με τον/την συγγραφέα

Πολιτικός Μηχανικός ΕΜΠ 1974. Ομότιμο μέλος ΤΕΕ από 20/03/2017 Ενασχόληση από το 1977 έως το 2017 με την μελέτη και κατασκευή Δημοσίων Έργων. Κατείχε εργοληπτικό πτυχίο Δ' τάξεως ΟΔΟ, ΟΙΚ, ΥΔΡ και Γ' τάξεως ΛΙΜ. Διεύθυνση του έργου σύνταξης των Προσωρινών Εθνικών Τεχνικών Προδιαγραφών (ΠΕΤΕΠ), συστήματος κοστολόγησης μηχανημάτων έργων, τυποποιημένων περιγραφικών τιμολογίων και αναλύσεων τιμών κατά την περίοδο 2003-2006, που ανατέθηκε στο ΙΟΚ από το ΥΠΕΧΩΔΕ. Το έργο υλοποιήθηκε υπό την εποπτεία του καθ. κ. Θ. Π. Τάσιου. Σύμβουλος του ΙΟΚ από το 2003 έως το 2010 επι θεμάτων προδιαγραφών, κανονισμών και κοστολογήσεων των Δημοσίων Εργων. Συμμετοχή σε επιτροπές της ΓΓΔΕ (2004 έως 2013) για την σύνταξη, επικαιροποίηση και διεύρυνση του θεματολογίου των Νέων Ενιαίων Τιμολογίων. Συμμετοχή σε Ομάδες Εργασίες του ΕΛΟΤ Από το 1998 έως σήμερα σύμβουλος της εταιρείας μελετών ΤΟ.Π.Π.Ο.Σ. ΑΕ. Από το 2010 administrator του www.e-archimedes.gr